Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

Το σπίτι της αμφιθυμίας


Εκεί όπου κατοικείς
έχει ένα παράθυρο ανοικτό και άλλο ένα πάντα κλειστό.
Το πρώτο βλέπει στη δύση και το άλλο στην ανατολή.
Το βλέμμα πηγαινοέρχεται.

Εκεί όπου μπαίνεις κάθε μέρα, έχει και πίσω πόρτα για έξοδο κινδύνου.

Εκεί όπου ζεις,
έχει μια ασπρόμαυρη τηλεόραση με χαλασμένη τη φωνή
και μια έγχρωμη με χαλασμένη την εικόνα,
έτσι ευτυχώς, βγαίνεις από το δίλημμα ποια να κρατήσεις και ποια να πετάξεις.
Απλά βλέπεις από την μία και ακούς από την άλλη...
διαφορετικές εκπομπές.

Εκεί όπου ξυπνάς,
έχει ένα διπλό και ένα μονό κρεβάτι.
Κοιμάσαι στο μονό και ξυπνάς με παρέα στο διπλό.
Δεν κατάλαβες ποτέ πως γίνεται αυτό,
αλλά ούτε θέλησες να ρωτήσεις την παρέα σου για να μάθεις.

Εκεί όπου τρως,
έχει ένα πολύ ψηλό και ένα πολύ χαμηλό τραπέζι.
Στο ψηλό κάθεσαι και τα πόδια σου είναι στον αέρα,
στο χαμηλό γίνεσαι ένα με τη γη.
Μα που θα ακουμπήσεις για να σταθείς
μόνο στις μύτες των ποδιών σου;

Εκεί όπου ξεκουράζεσαι,
έχει ένα καινούργιο και έναν παλιό καναπέ.
Ο παλιός αγκαλιάζει κάθε γωνιά του κορμιού σου,
ο καινούργιος σε ισιώνει.
Τρέχεις συνέχεια από τον ένα στον άλλο, μα κανείς δεν σε ικανοποιεί.

Το σπίτι σου είναι μια πολυώροφη μονοκατοικία.
Τι κι αν είναι φτιαγμένο σε ένα επίπεδο;
Εσύ αισθάνεσαι το βάρος πολλών ορόφων τσιμέντου από πάνω σου.
Το μοιράζεσαι με άλλον έναν άνθρωπο, αλλά νομίζεις ότι μένεις μόνος σου.

Αυτό είναι το σπίτι της αμφιθυμίας σου, αγαπημένε μου!

Με μπλε ταβάνι γεμίζει τα νερά των ματιών σου.
Με γκρι τοίχους θωρακίζει τη θλίψη σου.
Το έχτισες με (ι)δανεικά για να τα πουλήσεις.

Εκεί καλείς τους φίλους σου και όταν έρχονται τους διώχνεις -μετάνιωσες.
Εκεί φωνάζεις για να γίνεις ένα με τη σιωπή.
Εκεί μεγαλώνεις από συνήθεια.

Το σπίτι της αμφιθυμίας κατοικεί μέσα σου, αγαπημένε μου!
Είναι ο εαυτός σου,
ο μοναδικός!


Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

"Ομορφιά!"


Η δύναμη μου ως τιμωρία

να αφήνω βουβές τις ανάγκες μου
-ασπρόμαυρη ταινία καταιγίδας-

να προσπαθώ να κουμπώσω παντού
-ακόμη και εκεί που δεν χωράω-

να μένω μόνη μου όταν φοβάμαι
-θεριεύουν οι ανομολόγητες λέξεις-

να προσποιούμαι ικανοποίηση
-πληρώνω του μυαλού το bordello-

να αντέχω τις κατραπακιές
-πονάω, δεν ανδρειώνομαι.
Η δύναμή μου ως αδυναμία.

Λυγίζω.
Παραμορφωμένο κορμί.

Κλαίω.
Παραμορφωμένο πρόσωπο.

Θυμώνω.
Παραμορφωμένη ψυχή.

Φωνάζω.
Παραμορφωμένη καρδιά.

Κρύβομαι.
Παραμορφωμένη ζωή.

Με προσέχω, πια.

Η αδυναμία μου ως δύναμη.
"Ομορφιά!"

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2009

Που' ντο, που' ντο το δαχτυλίδι...



Η Σόνια έψαξε στο δάχτυλο της. Της έλειπε το δαχτυλίδι της. Έπαιζε συνέχεια μαζί του όταν αισθανόταν αμηχανία. Μάλλον, θα είχε ξεχάσει να το φορέσει σήμερα, ή...

Πήγε πίσω στο χρόνο. Εχτές, στις τουαλέτες του Ζαππείου μεγάρου. Το είχε βγάλει για να πλύνει τα χέρια της, να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της. Να πάρει την ταραχή της. Ήταν υπεύθυνη για τη διοργάνωση μιας ημερίδας εκεί. Είχε αργήσει να πάει και μετά όλα πήγαν στραβά. Που να ήξερε κι αυτή ότι στο Ζάππειο μέγαρο δεν είχε καρέκλες και ότι έπρεπε να της πάρουν από τις αποθήκες του μεγάρου και να τις μεταφέρουν μέσα. Άλλος είχε κάνει την αρχική συμφωνία και μέσα στον χαμό της το φόρτωσε την τελευταία στιγμή.

Εντάξει, δεν ήταν και τίποτα σοβαρό που άρχισαν με 1 ώρα καθυστέρηση, σχεδόν πάντα έτσι αργούσαν. Όταν μπήκαν όλοι μέσα και άρχισε η ημερίδα τότε ήταν που πήγε στην τουαλέτα. Μήπως το είχε αφήσει εκεί;

Σε λίγο θα έμπαινε στο γραφείο του διευθυντή και την είχε πιάσει νευρικότητα. Τώρα χρειαζόταν το δαχτυλίδι της. Έδιωξε την εικόνα στην τουαλέτα από το μυαλό της. Δεν γινόταν να είχε αφήσει εκεί το αγαπημένο της...

Ο διευθυντής ούτε που γύρισε να την κοιτάξει, έστριβε τσιγάρο όταν η Σόνια έκατσε απέναντί του.
-Έχουμε πρόβλημα συνεργασίας. Δεν συννενοούμαστε. Δεν επικοινωνείς με τους συναδέλφους σου. Δεν…
Στο τρίτο «δεν» η Σόνια σταμάτησε να ακούει. Ένα κόκκινο πέπλο είχε καλύψει το κεφάλι της. Δεν έπρεπε να μιλήσει. Μα για τις καρέκλες έγινε όλο αυτό; Εδώ έχουν γίνει σημεία και τέρατα στην εταιρεία και δεν έχει γίνει ούτε μια επίπληξη. Δεν είναι δυνατό να σοβαρολογεί. Της ξέφυγε ένα βουβό γελάκι. Ο διευθυντής σιώπησε για λίγο και μετά της είπε:
- Πάρε μια βδομάδα άδεια και θα σκεφτώ αν θα συνεχίσεις με εμάς.
Η Σόνια δεν κρατήθηκε άλλο
- Μα για τις καρέκλες έγινε αυτό; Αφού ξέρετε ότι δεν …
Τώρα ο διευθυντής δεν άκουγε τα «δεν»… Της επανέλαβε ήρεμα, ενώ συνέχιζε να στρίβει το τσιγάρο του, την απόφασή του και ότι ίσχυε από αυτή τη στιγμή.

Βγήκε και πήγε να κάτσει στο γραφείο της. Οι συνάδελφοί της δεν σήκωσαν καθόλου το κεφάλι τους. Κανείς δεν την ρώτησε τίποτα. Παράξενο αυτό. Άρα, το θέμα είχε συζητηθεί. Η ξεμυαλισμένη πως μπόρεσε να φτάσει να χάσει το δαχτυλίδι της. Πως έγινε αυτό; Και πως και δεν το πήρε χαμπάρι νωρίτερα; Ξαναμπήκε στο γραφείο του διευθυντή. Αυτός της είπε ότι δεν είχε χρόνο. Αυτή επέμεινε, ήθελε να μάθει ποιο ακριβώς ήταν το πρόβλημα συνεργασίας τους. Να το λύσουνε...
- Δεν είναι ένα. Είναι πολλά, θα έπρεπε να τα καταλάβεις μόνη σου, αλλά δεν έχεις το μυαλό σου στη δουλειά. Και μόνο το ότι είσαι εδώ μέσα αυτή τη στιγμή δείχνει ότι δεν έχεις συναίσθηση της κατάστασης. Φύγε σε παρακαλώ.

Η Σόνια έσκυψε το κεφάλι και βγήκε ξανά. Αυτή τη φορά πήγε στη κουζίνα, να πιει λίγο νερό. Ο χώρος εκκενώθηκε. Έμεινε μόνη. Έπαιξε με το ποτήρι στα χέρια της. Μα ποιας κατάστασης δεν είχε συναίσθηση; Τι παράπονο μπορούσαν να έχουν; Αφού, όλοι την είχαν επαινέσει κατά καιρούς. Άφησε το ποτήρι και έψαξε ξανά το δαχτυλίδι της. Την παραμονή της ημερίδας, όμως, είχε βαρυγκωμήσει όταν ο αντιπρόεδρος της έδωσε την ημερίδα. Την τιμωρούσαν έτσι για μια στιγμή; Καλά... κι όλα αυτά που είχε κάνει τον ένα χρόνο που δούλευε για αυτούς; Το αποτέλεσμα μετράει. Δεν είχε πια το δαχτυλίδι της.

Πήρε το παλτώ και την τσάντα της και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Είχε γίνει αόρατη. Κανείς δεν την έβλεπε. Μήπως μπορούσε να περάσει και μέσα από την πόρτα; Όχι, η τελευταία τελικά την είδε.
Ο διευθυντής της είχε δώσει όλη τη μέρα, αλλά τι να την κάνει; Δεν ήξερε. Συνήθως, από το πρωί ως το βράδυ δούλευε. Περιπλανήθηκε στο κέντρο της πόλης. Κοίταζε τις βιτρίνες. Έψαχνε.

Της είχε δώσει μια βδομάδα άδεια... και μετά τι; Μόλις είχε νοικιάσει μεγαλύτερο σπίτι και αγόρασε και αυτοκίνητο με δόσεις. Τι θα έκανε; Τα μάτια της είχαν θολώσει. Ή ήταν το μυαλό της που είχε θολώσει. Δεν ήξερε. Δεν ήξερε τίποτα. Πήρε να νυχτώνει. Βρέθηκε στο Κολωνάκι. Τα μάτια της άνοιξαν λίγο. Είδαν ένα πολύ δαχτυλίδι. Μπήκε μέσα, το δοκίμασε. Φαινόταν ωραίο στο χέρι της, αλλά ήταν πολύ ακριβό.

Μπαα, δεν ήταν για αυτή. Εξάλλου, μπορεί να είχε αφήσει το δαχτυλίδι της στο σπίτι. Μπορεί σε μια βδομάδα να καθόταν πάλι στο γραφείο της. Ο δρόμος είχε φωτιστεί. Συνέχισε να περπατάει. Έφτασε στο Μέγαρο Μουσικής. Κάπου εδώ δεν ήταν η διαφημιστική εταιρεία που της είχε κάνει μια κρούση για δουλειά το καλοκαίρι; Σκούπισε τα δάκρυα της. Σίγουρα, είχε ξεχάσει εχτές το δαχτυλίδι της στις τουαλέτες του Ζαππείου μεγάρου.

Ανέβηκε πίσω στο Κολωνάκι, μπήκε στο μαγαζί και αγόρασε το καινούργιο της δαχτυλίδι. Το φόρεσε. Ήταν πιο μεγάλο, πιο βαρύ. Ήταν άλλο. Μα ήταν εκεί. Το έπιασε και έπαιξε μαζί του.

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009

Η επιλογή


- Τα νεφρά και οι πνεύμονες σύντομα θα πάψουν να λειτουργούν και θα πρέπει να διασωληνώσουμε τον πατέρα σας. Δεν έχουμε άλλη επιλογή…

Αυτή η τελευταία φράση του γιατρού, από τη μεσημεριανή τους επικοινωνία, ηχούσε ξανά και ξανά μες το κεφάλι του κυρίου Αγγέλου, καθώς οδηγούσε από την Αθήνα προς τη Θεσσαλονίκη, στο νοσοκομείο. Ήθελε να προλάβει να ακούσει τις τελευταίες λέξεις του πρώτου του ανθρώπου, προτού… προτού γίνει φυτό. Τα μάτια του θόλωσαν και αισθάνθηκε να τον βαραίνουν τα 49 του χρόνια.

Σταμάτησε στην άκρη και βγήκε έξω. Ήταν κοντά στα Τέμπη. Το λευκό τοπίο τον βοήθησε να ανασάνει. Κλείδωσε και έκανε δυο βήματα. Γύρισε όμως, πίσω, σαν άκουσε την ερημιά γύρω του και πήρε από το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου ένα φακό και το περίστροφο που πάντα κουβάλαγε μαζί του σε μακρινά ταξίδια. Στην κωλότσεπη το όπλο, στο χέρι ο φακός. Πέρασε από την άλλη μεριά του δρόμου και περπάτησε προς τη γέφυρα.

Ο γάργαρος ήχος από τα νερά του Πηνειού τον τραβούσε κοντά του, σαν μαγικός αυλός, ώσπου αισθάνθηκε να του αρπάζουν το μπατζάκι. Ένα άγριο κουτάβι προσπαθούσε να τον δαγκώσει. Κατάφερε να τον ρίξει κάτω και πλησίαζε στο πρόσωπό του. Ο κύριος Αγγέλου ψαχούλεψε μεσ’ το χιόνι και βρήκε μια πέτρα. Το ζώο έπεσε αναίσθητο επάνω του. Τελικά ήταν ένα λυκόπουλο.

Μέχρι να σηκωθεί άκουσε γρυλίσματα να έρχονται από λίγο πιο πέρα. Κατευθύνθηκε διστακτικά προς τα εκεί και μόλις που διέκρινε με το φακό του μια λύκαινα. Ήταν αιμόφυρτη, φαινόταν να υποφέρει. Μάλλον θα ήταν η μάνα του μικρού που του επιτέθηκε. Αυτήν ήθελε να προστατέψει το κακόμοιρο ζωάκι. Πόσο δύσκολο θα ήταν γι' αυτό να παρατηρεί ανήμπορο το μαρτύριο της;

Κάπως έτσι θα παρατηρούσε και αυτός σε λίγο τον πατέρα του. Μόνο που ο τελευταίος δεν θα ακουγόταν, θα ήταν σε καταστολή, διασωληνωμένος. Γιατί να έπρεπε να γίνει έτσι; Μόνο η καρδιά του να λειτουργεί να βιώνει τον πόνο της ανυπαρξίας της; Αυτό δεν μπορούσε να είναι ζωή. Εξευτελισμός της ζωής θα ήταν.

Τράβηξε το περίστροφό και έδωσε τέλος στα βάσανα της λύκαινας. Το λυκόπουλο δεν θα την έβλεπε να αργοπεθαίνει. Μακάρι να είχε και αυτός μια τέτοια επιλογή. Αλλά πάλι, στον πολιτισμένο κόσμο των ανθρώπων τα όρια της ζωής και του θανάτου δεν είναι τόσο διακριτά και ξεκάθαρα.

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2009

the clock

Ξύπνησα την παραμονή της πρωτοχρονιάς στις “8 και θάνατος και 25 δευτερόλεπτα”. Λάθος αυτή την ώρα έδειχνε πριν 2 χρόνια το ρολόι μου. Κοίταξα καλύτερα … και όμως την ίδια ώρα έδειχνε και πάλι.

Γίνεται να πέρασαν ώρες, μέρες, μήνες για να γυρίσει ο χρόνος πίσω;
Χαλασμένο το ρολόι. Μου λένε να το φτιάξω. Ξέρω, ξέρω… απαντώ βιαστικά.
Ψεύδομαι -είναι η αλήθεια- στις “αδυναμίες μου και καταρρέω και 20 δευτερόλεπτα”.

Ψάχνω για εργαλεία, για στόχους. Το παρεάκι μου ποθώ. Να μου κρατάει το χέρι σταθερό, να διορθώσω την ώρα στις “8 και ζωή και πάλι από την αρχή”. Να αφεθώ στην αγκαλιά του για να βρουν οι δείκτες ξανά τον ρυθμό τους, αλλά σαν πάλι να ζω την παράσταση «περιμένοντας τον Γκοντό».

Στη σκέψη φρίκαρα και έκλεισα τα μάτια, το τέλος ν'αλλάξω. Οι δείκτες ξεκίνησαν να τρέχουν αλλόφρονες. Βάδην επιτόπου κι εγώ να τους προλάβω. Σκόνταψα στον καθρέφτη του απέναντι τοίχου και όταν κοίταξα ψηλά ήταν "12 και ελπίδα και σφίγγω τα δόντια".



Σύρθηκα να βγω από το σπίτι στις «αγωνία παρά 5 λεπτά και 5 δευτερόλεπτα». Σηκώθηκα όρθια και ζαλισμένη. Που έπρεπε να πάω, τι έπρεπε να κάνω, πώς έπρεπε να ξαναζήσω; Στροβιλίστηκα...

Ένα βιβλίο μαγειρικής βρέθηκε στα χέρια μου. Άνοιξε στη συνταγή bitter σοκολάτας από φόβο, δάκρυα και πόνο. Η περίπτωσή μου; Όχι, πια.

Το ξεφύλλισα να βρω άλλη, μέχρι που πήγε “ 3 και θάρρος παρά μερικά δευτερόλεπτα”. Χρειαζόμουν καινούργια υλικά.

Μπήκα σε ένα περιβόλι. Τα ηλιοτρόπια του, ήλιοι φωτεινοί. Τα θαύμασα μέχρι που πήρε να νυχτώνει και θυμήθηκα στις “5 και άργησα παρά τέταρτο” ότι η ομορφιά δεν μπορεί να είναι δανεική.

Έβαλα τα πόδια στους ώμους και τράβηξα να βρω τη δική μου. Την παραμόνεψα στη γωνία να φανεί μόλις πάει “6 και ικανοποίηση και μηδέν δευτερόλεπτα”.
Ξαφνικά πέρασε ένα μπουλούκι, απέσπασε την προσοχή μου και έχασα την ώρα μου.

Πήγε "6 και άγχος και υποχρεώσεις δευτερολέπτων” κι έμεινα να κοιτώ τους αποβλακωμένους δείκτες. Θύμωσα μαζί τους. Αλλά, τι φταίνε κι αυτοί; Τους έχει ανατεθεί μια δουλειά.

Μήπως και εμένα δεν μου ανατέθηκε μια ζωή στη γέννα μου;

Τη νέα χρονιά χαϊδεύω τους δείκτες του ρολογιού μου. Στις “στιγμές ευτυχίας και 23 λεπτά και 33 δευτερόλεπτα” ηρεμούν και με ακούν.

Μετά μου ζωγραφίζουν το παρόν σαν το ποθητό μέλλον. Φτιάχνουν πολλούς ανθρώπους στο πλάι μου. Μια οικογένεια εμφανίζεται στις 9 και έρχομαι για σένα μόνο και 17 δευτερόλεπτα”.


Ανοίγω να την καλοδεχτώ. Το ρολόι μου δείχνει “αγάπη ακριβώς".