Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

η κυρά του «πύργου»




To σπίτι του Ανδρέα ήταν έξω από το χωριό. Ψηλά σε ένα λόφο και στα πόδια του απλώνονταν χιλιάδες λιόδεντρα. Ένα πράσινο χαλί που μετά από κανά χιλιόμετρο γινόταν μπλε, ο λακωνικός κόλπος.

Από μακριά έμοιαζε με παλιό μανιάτικο πύργο, από κοντά όμως γινόταν εμφανές ότι επρόκειτο για κακέκτυπο αντίγραφό του.

Το είχε φτιάξει ο Ανδρέας σε δύο δόσεις, με πολύ προσωπική εργασία και αρκετές κακοτεχνίες. Το εσωτερικό του ήταν ακόμη υπό κατασκευή, μια μέρα όμως, σκέφτηκε ότι ήθελε άλλο ένα δωμάτιο και άρχισε να το χτίζει μερικά μέτρα μακριά από την κουζίνα, μεμωνομένο.

-Αυτό θα είναι το ησυχαστήριό μου,

είπε στη Φωτούλα, το καινούργιο του αμόρε, όταν την πήγε να της δείξει με περηφάνια τον «πύργο» του ένα απόγευμα του Μάη.

-Κι εσύ, καμαράκι μου, με τα παιδιά θα έχετε τον «πύργο».

Η Φωτούλα, αρχικά, νόμισε ότι αστειευόταν. Μετά από ένα μήνα που της το επανέλαβε, κατάλαβε ότι μίλαγε σοβαρά. Δεν της είχε ξανατύχει να κάνει κάποιος σχέδια μαζί της για παιδιά και οικογένεια. Γλυκάθηκε. Άρχισε και αυτή να ονειρεύεται το μέλλον τους, να χτίζει κάστρα στην άμμο. Να απαρνηθεί για πάντα την Αθήνα, τους φίλους της, τους δικούς της και να ζήσει σε αυτή την απόκοσμη γωνιά του νότου. Αφού εδώ είχε βρεθεί, ας έκανε εδώ τη ζωή της, ως η κυρά του «πύργου».

Ο Ανδρέας ήταν αγρότης. Μάζευε τις ελιές του –και αλλωνών ελιές- από Δεκέμβρη μέχρι Φλεβάρη. Και ζούσε με αυτά τα λεφτά τον υπόλοιπο χρόνο. Έκανε κι άλλες δουλειές του ποδαριού και είχε καταφέρει να μπει στο ταμείο ανεργίας τον τελευταίο μήνα. Η Φωτούλα νοίκιαζε ένα σπίτι μέσα στο Γύθειο και δούλευε στην επιχείρηση ύδρευσης του δήμου, παίρνοντας ένα μικρό, αλλά σταθερό μισθό.

--------------

Μια μέρα στα μέσα του Ιούλη εκεί που έκαναν μπάνιο στη θάλασσα και αλληλοπειράζονταν μέσα στο νερό ο Ανδρέας είπε στην Φωτούλα:

- Γιατί δεν αφήνεις το σπίτι σου, να έρθεις να μείνεις στο δικό μου και να μου δίνεις εμένα τα 300 ευρώ που δίνεις για ενοίκιο;

Η Φωτούλα έκανε μια βουτιά, να δροσιστεί, γιατί ένιωσε τον ήλιο να την χτυπάει στο κεφάλι. Όταν ανέβηκε στην επιφάνεια άκουσε τον Ανδρέα να συνεχίζει:

- Με τα 300 ευρώ που θα μου δίνεις και τα 300 που παίρνω από το ταμείο ανεργίας, θα έχω 600 ευρώ εγώ και μαζί με τα υπόλοιπα 500 τα δικά σου μας κάνουν 1100. Αν μειώσουμε και το φαγητό έξω, με 1100 ευρώ το μήνα θα περνάμε και οι δυο μας μια χαρά, μέχρι τον Γενάρη που θα ξαναπάρω λεφτά από τις ελιές.

Η Φωτούλα έβαλε πάλι το κεφάλι της μέσα στο νερό και ένιωσε ανακούφιση καθώς βυθιζόταν.

------------------

Στα τέλη Αυγούστου έφυγαν και οι τελευταίοι τουρίστες, ο καιρός άρχισε να χαλά. Ο «πύργος» δεν είχε φτιαχτεί. Ο Ανδρέας πίεζε τη Φωτούλα να αφήσει το σπίτι της. Αυτή αρνιόταν, όσο ο «πύργος» δεν είχε θέρμανση. Ο Ανδρέας ήθελε το ενοίκιο της Φωτούλας για να βάλει τη θέρμανση.

Η Φωτούλα για δεύτερο συνεχόμενο σαββατοκύριακο θα πήγαινε στην Αθήνα, στους δικούς της. Την Πέμπτη το βράδυ έφτιαχνε το μικρό σακίδιό της, ενώ ο Ανδρέας την κοίταζε με την άκρη των ματιών του, καθώς έβλεπε ειδήσεις στη διαπασών. Κάποια στιγμή έκλεισε απότομα την τηλεόραση και της είπε:

- Θα πας πάλι εκεί για να χαριεντιστείς;

Η Φωτούλα κοκάλωσε. Η γλώσσα του Ανδρέα μπαινόβγαινε κόκκινη διχαλωτή στο στόμα του.

- Σας ξέρω εσάς τις κρυφοπουτάνες, τις Αθηναίες.

Ήταν οι τελευταίες λέξεις του Ανδρέα που άκουσε η Φωτούλα. Κούρνιασε στην ακρούλα της στο διπλό κρεβάτι. Τα μάτια της έκλεισαν, έβρεξαν σιωπηλό πόνο και είδαν τον κακέκτυπο μανιάτικο πύργο του Ανδρέα
να πέφτει και
να γκρεμίζει τα κάστρα της στην άμμο.


Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

Αν μπορούσα να υπερβώ εμένα...

If...

του Ράντυαρντ Κίπλινγκ



If you can keep your head when all about you
Are losing theirs and blaming it on you;

If you can trust yourself when all men doubt you,
But make allowance for their doubting too;

If you can wait and not be tired by waiting,
Or, being lied about, don’t deal in lies,
Or, being hated, don’t give way to hating,
And yet don’t look too good, nor talk too wise;

If you can dream - and not make dreams your master;
If you can think - and not make thoughts your aim;

If you can meet with triumph and disaster
And treat those two imposters just the same;

If you can bear to hear the truth you’ve spoken
Twisted by knaves to make a trap for fools,
Or watch the things you gave your life to broken,
And stoop and build ’em up with wornout tools:

If you can make one heap of all your winnings
And risk it on one turn of pitch-and-toss,
And lose, and start again at your beginnings
And never breath a word about your loss;
If you can force your heart and nerve and sinew
To serve your turn long after they are gone,

And so hold on when there is nothing in you
Except the Will which says to them: «Hold on!»

If you can talk with crowds and keep your virtue,
Or walk with kings - nor lose the common touch;

If neither foes nor loving friends can hurt you;
If all men count with you, but none too much;

If you can fill the unforgiving minute
With sixty seconds’ worth of distance run,

Yours is the Earth and everything that’s in it,
And - which is more - you’ll be a Man my son!

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2009

ο καΘΡΕΦτΕΙς - μπουνταΛού σίΓουρη


- Βρε γιαγιάκα, τι έκανες εκεί; Κι αν δεν ερχόμουν τι θα τα έκανες τόσα φαγιά; Αφού σου είχα πει ότι έδινα σήμερα μάθημα και μπορεί να μην προλάβαινα να έρθω…
- Το ήξερα εγώ ότι θα έρθεις. Έκανα τα πάντα με τη σιΓουριά ότι θα έρθεις. Τόσες φορές δεν στο’ χω πει; … να μην βάζεις ποτέ την αμφιβολία μέσα σου. Ποτέ! Ακούς…
- Ναι, ναι… ξέρω… να βλέπω το μέλλον σαν να είναι το παρόν…
- Ααααχ μπουνταΛού μου! Πάλι με κοροϊδεύεις, αλλά δεν πειράζει!

Η Ελένη στούπωσε άλλη μια μπουκιά από το κοκκινιστό στο στόμα της και στύλωσε τα μάτια της στο κάδρο με την φρουτιέρα που κρεμόταν στον απέναντι τοίχο.

- Δοκίμασε και τα σουτζουκάκια, πριν μια ωρίτσα τα έφτιαξα…
- Δεν μπορώ να φάω άλλο, έχω σκάσει.
- Καλά, δεν πειράζει. Θα στα δώσω να τα πάρεις μαζί σου, για να έχεις να φας και αύριο.

Η γιαγιά πήρε από το ντουλάπι τρία μπολ, τα γέμισε με φαγητά και ενώ τα έβαζε σε μια σακούλα, η Ελένη της είπε

- Βάλτα καλύτερα στο ψυγείο. Μου βγαίνει η κούραση και λέω να κοιμηθώ εδώ σήμερα. Που να τρέχω τώρα στην Τούμπα…
- Δεν θα τρέχεις εσύ, το λεωφορείο θα σε πάει. Εξάλλου, δεν μπορείς να μείνεις εδώ, γιατί περιμένω παρέα.
- Βρε γιαγιάκα, τι λες; Έχει πάει 10.30…
- Ξέρω τι ώρα είναι, Ελενίτσα μου. Όπου να’ ναι θα έρθει ο κύριος Τιμολέων.
- Καλά!… και θα διώξεις το αίμα σου που καταρρέει για τον κύριο Τιμολέων. Και ποιος είναι τέλος πάντων αυτός ο κύριος Τιμολέων;
- Το αίμα μου σφύζει από δύναμη…

Η γιαγιά βγήκε από την κουζίνα για λίγο και όταν επέστρεψε κρατούσε στο δεξί της χέρι το κοχυλάκι της Ελένης. Το άνοιξε και το έβαλε μπροστά στα ξινισμένα μούτρα της εγγονής της.

- Δες! Μια χαρά είσαι!

Η Ελένη προσπάθησε να αποφύγει τον καΘΡΕΦτΕΙ, αλλά η γιαγιά της τον κουνούσε επίμονα μπροστά στα μάτια της, ώσπου ένα βλέμμα είδε το πρόσωπό της και κόλλησε να το κοιτάει.

- Βρε γιαγιάκα, για πες μου πως γίνεται αυτό;… Εγώ να είμαι σίΓουρη ότι είμαι κομμάτια και αυτό εδώ να με δείχνει σαν να έχω μόλις ξυπνήσει και να έχω μάθει κιόλας ότι έχω κερδίσει τον πρώτο λαχνό του λαχείου;
- Και γιατί σε νοιάζει Ελενίτσα μου πως γίνεται αυτό, αντί να χαίρεσαι για το ότι γίνεται αυτό;

Η γιαγιά έκλεισε το κοχυλάκι, το άφησε επάνω στο τραπέζι και πήγε και έφερε το μπουφάν της Ελένης. Με το μπουφάν στο ένα χέρι και τη σακούλα με τα μπολ στο άλλο η Ελένη πήρε το μήνυμα ότι η γιαγιά της δεν αστειευόταν, αλλά πράγματι περίμενε κάποιον. Χαλάρωσε τη σκέψη της και σηκώθηκε γελώντας. Σαν να εξακολουθούσε να βλέπει μπροστά της και εκείνο το πρόσωπο στον καΘΡΕΦτΕΙ και συνέχισε να γελάει.

Μέχρι να ηρεμήσει κάπως από τα γέλια, η γιαγιά της την είχε φτάσει στην εξώπορτα, της είχε βάλει το μπουφάν, της είχε περάσει στον αριστερό ώμο σταυρωτά την τσάντα της, της είχε βάλει στο δεξί χέρι την σακούλα με τα μπολ, την αγκάλισε σφιχτά, της έδωσε δυο φιλιά στα μάγουλα και το μόνο που πρόλαβε να πει η Ελένη, καθώς η γιαγιά της έκλεινε την πόρτα σχεδόν στα μούτρα, ήταν:

- Και μην νομίζεις ότι δεν θα μου πεις για τον κύριο Τιμολέων;

Για να πάρει την απάντηση πίσω από την πόρτα που την έκανε να αρχίσει πάλι να γελάει:
- Να’ σαι σίΓουρη γι’ αυτό, μπουνταΛού μου. Στο καλό!

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

μια ανάσα

Ξύπνησα σήμερα το πρωί με το μυαλό μου γεμάτο
όνειρα της νύχτας.
Προσπαθούσα να περάσω ένα ποτάμι.
Ήταν αρκετά ορμητικό και έλεγχα να δω από
πού είναι
καλύτερα να μπω, αλλά η ροή του ποταμιού
συνέχεια άλλαζε και
εγώ δεν μπορούσα να αποφασίσω. Έτσι,
έβγαλα όλα μου τα ρούχα και άρχισα
να μπαίνω μέσα.
Τότε άκουσα κάποιον να μου λέει ότι
το νερό είναι παγωμένο
και θα κρυώσω. Έβαλα τα πόδια μου
μέσα στο νερό.
Πράγματι το νερό ήταν κρύο, μόνο που είχα
πετάξει τα ρούχα μου
μέσα στο ποτάμι και τα είχε πάρει
το ρεύμα,
οπότε δεν γινόταν να βγω έξω, δεν είχα
ρούχα να φορέσω, να προστατευτώ. Συνέχισα
να προχωρώ μέσα στο ποτάμι,
ώσπου με παρέσυρε,
με αναποδογύρισε.
Τη μια στιγμή το κεφάλι ήταν μέσα
στο νερό και δεν ανέπνεα, την άλλη στιγμή έβγαινε
για λίγο
στον αέρα και έπαιρνα
μια ανάσα.
Το νερό θα ήταν κρύο, αλλά
δεν με αφορούσε. Το ποτάμι μπορεί
να με έριχνε επάνω σε κοτρόνες,
αλλά πάλι δεν με αφορούσε.
Αισθανόμουν
ζωντανή, γιατί πάλευα για μια ανάσα.
Μια ανάσα.

Πήρα μια ανάσα μεγάλη, φούσκωσα
από ικανοποίηση και
πέταξα μακριά,
ψηλά
και έγινα ένα με
το φως.


Φω


σημείωση της Φω: η συνέχεια του «καΘΡΕΦτΕΙ» όταν τελειώσουν τα όνειρά μου…