Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2009

ο καΘΡΕΦτΕΙς - ο εαυτός της



Η Ελένη άνοιξε τα κουρασμένα μάτια της και κοίταξε το ρολόι. Έδειχνε 8.00. Τα ξανάκλεισε και πρόλαβε πάλι να ονειρευτεί. Είδε τον Νίκο να της λέει να μην του ξανατηλεφωνήσει.
Οι ενοχές της της μιλούσαν που πριν λίγες ώρες είχε προσπαθήσει να τον βρει. Στις 5.00 το πρωί που πετάχτηκε όρθια από μια ακόμη κρίση άσθματος.

Νόμισε ότι πέθαινε.
Ήθελε να του μιλήσει για τελευταία φορά.
Απέτυχε.
Ο Νίκος δεν το σήκωσε.
Αυτή επέζησε.

Ένας θόρυβος ρυθμικός ακούστηκε. Το ξυπνητήρι του κινητού της. Τώρα έπρεπε να σηκωθεί. Είχε να πάει για δουλειά; Είχε να πάει στη σχολή; Τι μέρα ήταν;
10.00 η ώρα σηκώθηκε μηχανικά, έριξε άφθονο νερό στο πρόσωπό της. Σαν να ήταν πρησμένο, την απωθούσε. Ντύθηκε και πήρε ένα depon και μια βιταμίνη C.
Πονούσε το κεφάλι της. Πόσο κρασί να ήπιες εχτές; 1ή 2 ποτήρια κρασί;
Θυμήθηκε.
Είχε πιει ένα μπουκάλι κρασί μόνη της.
Στις 1.00 έπρεπε να ήταν στο ΤΕΙ. Έδινε βοτανική 1.

Έβρεχε και το 12 λεωφορείο αργούσε να φανεί. Η Ελένη περίμενε στη στάση, τρώγοντας μια μπουγάτσα με κιμά, μπας και γεμίσει το κενό που αισθανόταν στο στομάχι της.
Όταν ήρθε το λεωφορείο ήταν σχεδόν γεμάτο. Δεν γινόταν να το χάσει. Βγήκε μια κυρία από την πίσω πόρτα και στριμώχτηκε αυτή στη θέση της. Η ατμόσφαιρα μέσα στο λεωφορείο ήταν αποπνικτική. Η Εγνατία ήταν πηγμένη. Προχωρούσαν αργά. Στην Καμάρα κατέβηκε πολύς κόσμος και πήγε να κατέβει και η Ελένη για να συνεχίσει με τα πόδια μέχρι την Αριστοτέλους.
Το μετάνιωσε.
Ξαναμπήκε μέσα στο λεωφορείο.
Προχώρησε προς τα μπροστά, βρήκε θέση και έκατσε.

Έπρεπε να μετακομίσει από την Τούμπα στο κέντρο. Να μειώσει τις αποστάσεις, να εξοικονομεί χρόνο. Το απόγευμα είχε υποσχεθεί ότι θα πήγαινε και στη γιαγιά της στο Ντεπό.
Αν τα κατάφερνε.
Έπρεπε να τα καταφέρει.
Ήθελε να ρωτήσει τη γιαγιά της και για το κοχυλάκι που της είχε χαρίσει τα Χριστούγεννα. Το θυμήθηκε και το έβγαλε από την τσάντα της. Καθώς το περιεργαζόταν είδε επάνω του αχνά χαραγμένο με μικρά γράμματα:
«να σε θρέφει, ψυχούλα μου».
Το άνοιξε και κοιτάχτηκε στο καθρεφτάκι του.

Της χαμογέλαγε και της έκλεισε το μάτι.
Ποιος;

Ο εαυτός της!




Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2009

ο καΘΡΈΦτΕΙς


Η Ελένη έπρεπε να ξαναφτιάξει την παραγγελία. Κάποιος την είχε σκουντήξει και είχε ρίξει τους καφέδες και τα νερά, ευτυχώς στο πάτωμα, και κανένας δεν είχε λερωθεί –ούτε είχε καεί. Δεν είχε κάτσει ούτε λεπτό από τις 10.00 το πρωί που έπιασε δουλειά.

Καθώς έμπαινε πίσω από την μπάρα κοιτάχτηκε στον απέναντι καθρέφτη. Είχε τα χάλια της. Είχε πάει 6.30 και η Μαρία που έπρεπε να την αντικαταστήσει –εδώ και μισή ώρα- δεν είχε ακόμα φανεί. Και της είχε τονίσει ότι είχε ένα σημαντικό ραντεβού στις 7.00…

- Συγνώμη, συγνώμη βρε Ελενάκι, που άργησα αλλά ξέρεις τώρα η κίνηση…

Η Ελένη δεν της απάντησε. Έφτιαξε του καφέδες, τους έβαλε στον δίσκο και της τους έδωσε να τους σερβίρει. Μέτρησε τα λεφτά στο ταμείο, πήρε το μεροκάματό της και έκατσε έξω από την μπάρα να πιει ένα ποτήρι νερό.
Χρειαζόταν να ρετουσαριστεί και λίγο. Έβγαλε από την τσάντα της το μπρούτζινο καθρεφτάκι της γιαγιάς της, σε σχήμα κοχυλιού. Το άνοιξε και το έφερε κοντά της. Νόμισε ότι έμεινε με ανοιχτό το στόμα. Ο καΘΡΈΦτΕις έδειχνε ένα πρόσωπο χαμογελαστό, φρέσκο και φωτεινό.

Η Μαρία γύρισε με τον άδειο δίσκο και την σκούντηξε:

- Άντε, βιάσου, δεν θα προλάβεις το ραντεβού σου… έχει και κίνηση… καλέ πως κατάφερες σε 2 λεπτά να αναζωογονηθείς;...
Η Ελένη δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της από τον καΘΡΈΦτΕΙ της. Το μυαλό της είχε σταματήσει. Δεν είχε κάνει τίποτα και όμως φαινόταν τόσο όμορφη. Προσπάθησε να καταλάβει το γιατί. Οι σκέψεις της, όμως, είχαν μείνει άφωνες. Επιτέλους...
Τόνισε με ένα κραγιόν το κόκκινο των χειλιών της, έκλεισε προσεχτικά το κοχυλάκι και το έβαλε στην τσάντα της. Βγαίνοντας από το καφέ χαιρέτησε -εκτός από τη Μαρία- και μία μία όλες τις παρέες του μαγαζιού...

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2009

αΜήχανη καΡδιά*

"Καρδιά μου, αΜήχανη καΡδιά,
πως μπερδεύτηκες έτσι;

Περίπλοκη υπόθεση η δυστυχία.

Συγκροτήσου.

Αποφάσισε την αιχμή σου,
ισχυρίσου την ορμή σου,
τρέξε την ετοιμότητά σου,
στάσου την αντοχή σου.

Όταν νικάς,
μην ανοίγεσαι πολύ στην ικανοποίηση.

Όταν νικιέσαι,
μην κλείνεσαι τελείως στην απελπισία.

Συγκρατημένα.

Συγκροτημένα.

Δυο-τρεις κινήσεις είναι η ζωή.

Μάθε τες επιτέλους."


(*Αρχίλοχος, 7ος αιώνας π.Χ.)

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2009

Το σώμα*



Κρέμομαι εδώ,
ακέφαλος,
τόσον καιρό.
Το σώμα ξέχασε
γιατί,
που, πως συνέβη
ό,τι συνέβη

και τα δάχτυλα των ποδιών
περπατούν μέσα σε παπούτσια
που δεν έχουν πια
σημασία.

Αν και
τα δάχτυλα
κάτι κόβουν,
κάτι πιάνουν,
κάτι κινούν,
κάτι αγγίζουν,
κάτι σαν
πορτοκάλια,
μήλα,
κρεμμύδια,
βιβλία,
σώματα,
δεν μπορώ
να βεβαιώσω
πως όλα αυτά
υπάρχουν.

Είναι περισσότερο
σαν φως λάμπας
κι ομίχλη.

Κάπου κάπου, τα χέρια
κινούνται
προς το χαμένο κεφάλι
και το πιάνουν
όπως τα χέρια παιδιού
μια μπάλα,
έναν κύβο,
τον αέρα, ένα ξύλο-
ούτε δόντια,
ούτε πράγμα σκεπτόμενο.

Κι όταν παράθυρο
ανοίξει:
εκκλησία,
λόφος,
γυναίκα,
σκύλος
ή κάτι που τραγουδά.

Τα δάχτυλα του χεριού
δε νιώθουν κίνηση,
δίχως αυτιά,
δε νιώθουν χρώματα,
δίχως
μάτια,
δε μυρίζουν,
δίχως μύτη.

Εξοχικά τοπία
περνούν
ασύλληπτα
σαν ήπειροι.

Οι μέρες, τ’ απογεύματα
αστράφτουν
στα βρώμικα
νύχια μου.

Σε κάποιον καθρέφτη,
το πρόσωπό μου
ένα σχήμα που χάνεται:
φθαρμένο μπάλωμα μιας παιδικής
μπάλας.

Ενώ παντού
κίνηση:
σκουλήκια, αεροπλάνα,
πυρκαγιές,
αγιασμένοι μενεξέδες,
τα χέρια μου φεύγουν και φεύγουν
και φεύγουν.



*Αυτό το ποίημα είναι του Τσάρλς Μπουκόφσκι από τη συλλογή «Τρόμου και αγωνίας γωνία», επιλογή-μετάφραση Γιώργος Μπλανάς, εκδόσεις Απόπειρα.

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2009

πΡίγκιπας - φύΛακας


Η Σόνια ανέβαινε τα σκαλιά βαρυγκωμώντας. Είχε φτάσει στον 3ο όροφο. Άλλον ένα και θα ήταν στο σπίτι της. Ώρα που βρήκε να χαλάσει το ασανσέρ! Τώρα που κουβάλαγε και 3 σακούλες πράγματα από το super-market. Θα μαγείρευε πρώτη φορά για τον Τόνι. Την καθυστέρησαν όμως στη δουλειά και δεν ήταν σίγουρο ότι θα προλάβαινε να φτιάξει τα τρία πιάτα που είχε επιλέξει από gourmet περιοδικά. Για ορεκτικό σουφλέ με σπανάκι, γκοργκοντζόλα και κουκουνάρι, για σαλάτα 4 διαφορετικά λαχανικά με προσούτο, αχλάδι και φλοίδες παρμεζάνας και για κυρίως πιάτο κοτόπουλο γεμιστό με σύκα και γαρνιτούρα από τριμμένες πατάτες.

Στις 7.00 η ώρα μπήκε στο σπίτι της. Άφησε αμέσως κάτω τα ψώνια. Τα μπουκάλια με το κρασί κροτάλισαν πάνω στο μωσαϊκό. Πέταξε από πάνω της ότι την βάραινε -το σακάκι, τις μπότες, την φαρδιά μεταλλική ζώνη, τα κρεμαστά σκουλαρίκια, το δαχτυλίδι κοτρόνα- έλυσε τα μαλλιά της και χύθηκε στην αγκαλιά της κουνιστής της πολυθρόνας. Τυλίχτηκε στο κιτρινόμαυρο μεταξωτό ριχτάρι και άρχισε να ταλαντώνεται.

Το μυαλό της γέμισε με εικόνες από τα ψώνια του supermarket να ξεπετιούνται από τις σακούλες, να σχίζουν τις συσκευασίες τους, να κάνουν κατάληψη στην κουζίνα, να απελευθερώνουν τους συντρόφους τους από το ψυγείο και τα ντουλάπια, να παίρνουν τα διαφορά εργαλεία, να σπάνε τα πιάτα, να πετάνε τα σκεύη μαγειρικής από το παράθυρο, να εκσφενδονίζουν τα κρυστάλλινα ποτήρια στους τοίχους, να εξοστρακίζεται ένα κομμάτι, να διασχίζει τον διάδρομο, να μπαίνει στο σαλόνι και να καρφώνεται στο μικρό δαχτυλάκι του ποδιού της.

Ξύπνησε. Είχε πάει 8.30. Σε μισή ώρα θα ερχόταν ο Τόνι. Έκανε ένα μπανάκι. Αλείφθηκε με μια αρωματική κρέμα και φόρεσε ένα μακρύ λουλουδάτο φόρεμα. Περπάτησε ξυπόλητη μέχρι την πόρτα και τον υποδέχθηκε. Φορούσε ένα άσπρο πουκάμισο ο πΡίγκιπάς της, ο φύΛακας της. Κρεμάστηκε επάνω του, αυτός τη φίλησε αρκετές φορές στο πρόσωπο. Προχώρησαν προς τα μέσα και σκόνταψαν επάνω στα ψώνια.

- Να υποθέσω ότι δεν μαγείρεψες…
- Όχι δεν μαγείρεψα, γιατί μαζεύτηκαν τόσα τρόφιμα που συνωμότησαν εναντίον μου.
- Ευτυχώς, γιατί με φόβισες όταν μου είπες στο τηλέφωνο όλα αυτά τα περίεργα φαγητά.
- Εγώ νομίζεις δεν φοβήθηκα;
- Ααχ, τι χαζούλη που είσαι! Πάω τις σακούλες στην κουζίνα και κάτι απλό θα βρούμε από όλα αυτά που πήρες να μαγειρέψουμε.
- Να βάλω λίγη μουσική και έρχομαι και εγώ.

Η Σόνια πήγε και πάτησε το play. H φωνή της Cesaria Evora ακούστηκε. Άνοιξε το ντουλάπι πάνω από το cd player πήρε δύο κρυστάλλινα ποτήρια κρασιού –που δεν έλαβαν μέρος στις αναταραχές- και μπήκε δειλά στην κουζίνα. Επικρατούσε ηρεμία. Ο Τόνι, φύΛακας των οριζόντων της ήταν εκεί.

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

μουΝτζούΡες

Ζωγραφίζω με λέξεις
μουΝτζούΡες.
Στον καθρέπτη τα μάτια μου
μουΝτζούΡες.
Οι σκέψεις μου, χνώτα σε παγωμένο τζάμι,
μουΝτζούΡες.
Εγώ κι η αγάπη μου
μουΝτζούΡες.
Ο γενάρης κι ο φλεβάρης
μου κάθονται πάντα στο στομάχι,
όπως άλλωστε κι ο σεπτέμβρης.
Με σόδα καθαρίζουν οι
μουΝτζούΡες;

Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2009

33 ηΜέΡες - φΩς


33η ημ. – Τρ. 6 Ιαν. ‘09

Επάνω στον τάφο της γυναίκας του o dr. Claro βρήκε ένα μάτσο κοκκινομωβιές ανεμώνες και δίπλα τους ένα κόκκινο φάκελο. Τα λουλούδια ήταν φρεσκοκομμένα και είχαν νοτίσει τον φάκελο. Πήρε τον τελευταίο στα χέρια και τον άνοιξε. Μέσα είχε έναν άλλον κίτρινο καναρινί. Δίστασε για λίγο και μετά συνέχισε και βρήκε έναν μπλε μικρότερο, ο οποίος είχε μέσα του έναν άλλον γκρι, που περιείχε ένα κόκκινο φύλλο χαρτί και πάνω του είχε γραμμένα με μωβ γράμματα:


Άφηνες τον χρόνο σου να περνά,
λες και θα έχεις απεριόριστο.
Αν σου έλεγα όμως ότι
«έχεις 33 ηΜέΡες…» μόνο,
θα συνέχιζες να κλείνεσαι στο καβούκι σου;
Ναι, γαμώτο μου!
Και εγώ θα σου ρούφαγα τις στιγμές,
να «έχεις 23 ηΜέΡες για Να Μάθεις…»
πως ο χρόνος σου λιγοστεύει
τόσο που να ακούς ήδη τον μεταθανάτιο βρόγχο σου
για να πάψεις να απαξιώνεις ότι
«έχεις 13 ηΜέΡες για Να Μάθεις να αγαΠάς ξαΝά…»,
να γελάς, να ζητάς, να σεργιανάς, να δίνεσαι…
Ναι, γαμώτο μου… τα απαξίωνες!
Και αν μπορούσα θα σμίκραινα τα πάντα για να
«έχεις 3 ηΜέΡες για Να Μάθεις να αγαΠάς ξαΝά τη ΖΩΗ σου»
γιατί η Κυρία Ζ δεν αντέχει άλλα κλάματα δίχως δάκρυα.
Την κούρασε η μιζέρια των συναισθημάτων σου.
Ουουουφφφ… ηλίθιε!
Βγες στο φΩς, κάψε τα φτερά σου!
Και μάθε να περπατάς στη γη.



Με θυμό,
ένας φίλος που πέθανε πριν τον γνωρίσεις
και ελπίζει να αφήσεις να γνωρίσεις
κάποιους άλλους πριν πεθάνεις.

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2009

33 ηΜέΡες - Η ΖΩΗ

31η ημ. – Κυρ. 4 Ιαν. ‘09

Ο dr. Claro μπήκε μέσα στον μικρό προθάλαμο του σπιτιού του, κρατώντας στο ένα χέρι την βρεγμένη του ομπρέλα και στο άλλο το βαλιτσάκι του. Πήγε να γλιστρήσει καθώς πάτησε επάνω σε κάτι. Ήταν ένας φάκελος, κόκκινος και τον έσπρωξε με το πόδι του προς τον τοίχο. Απελευθέρωσε τα χέρια του, έβγαλε την μαύρη καπαρντίνα του και την πέταξε στον καλόγερο. Τότε εμφανίστηκε η Lioz, την πήρε στα χέρια του και πήγε και έκατσε στον καναπέ, ενώ την χάιδευε και της μιλούσε:

- Liozi μου, συγνώμη που σε άφησα τόσες μέρες μόνη, αλλά πήγα και είδα την κόρη μου… ξέρεις αυτή που σε είχε βρει στο δρόμο και σε μάζεψε. Πήγα και στην πατρίδα μου… ξέρεις εκεί που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Και σου έφερα λίγο lioz… ξέρεις το αγαπημένο μου πέτρωμα ασβεστόλιθου… που υπάρχει στη Lisboa… που έχει τα ίδια χρώματα με τη γούνα σου…

Έβαλε το χέρι του στην τσέπη του παντελονιού του και έβγαλε ένα μικρό πουγκάκι. Μέσα είχε ένα πετραδάκι δεμένο σε ένα κορδόνι. Το πέρασε στο λαιμό της Lioz και συνέχισε να την χαϊδεύει, μέχρι που του ξεγλίστρησε και χάθηκε στην κουζίνα. Το σύνθημα ότι η γάτα του πείναγε. Την ακολούθησε και την είδε να τρώει από το γεμάτο της μπωλ. Η Ερμιόνη –η γραμματέας του και βαπτιστήρα της Αφροδίτης του- που ερχόταν και την τάιζε τις άλλες μέρες, θα είχε έρθει και σήμερα το πρωί.

Επέστρεψε στον προθάλαμο, έβγαλε τα παπούτσια του, φόρεσε τις παντόφλες και σήκωσε από το πάτωμα τον κόκκινο φάκελο. Τον άνοιξε και βρήκε μέσα ένα κόκκινο χαρτί. Το ξεδίπλωσε και διάβασε αργά και φωναχτά τα μεγάλα κίτρινα καναρινί γράμματα που ξεχώριζαν στη μέση της σελίδας:

«έχεις 3 ηΜέΡες για Να Μάθεις να αγαΠάς ξαΝά τη ΖΩΗ σου»

Το διάβασε αρκετές φορές και στο τέλος ξέσπασε σε γέλια.



32η ημ. – Δευτ. 5 Ιαν. ‘09

- Dr. Claro, την Παρασκευή πήρε ο γιατρός σας και είπε ότι οι εξετάσεις σας ήταν πολύ καλές και ότι άδικα ανησυχήσατε.
- Μπορεί και να κάνει καλό να ανησυχούμε που και που, έστω και άδικα… προβλήματα δημιουργούνται όταν δεν ανησυχούμε καθόλου.
- ….
- Σε παρακαλώ, Ερμιόνη, να κλείσεις ραντεβού σε όλους όσους παρακολουθώ μέχρι τις 15 Ιανουαρίου, για να τους πω εγώ ο ίδιος ότι μετά θα πρέπει να βρουν κάποιον άλλο συνάδελφο, γιατί εγώ θα σταματήσω να εργάζομαι εδώ.
- Δηλαδή; Τι εννοείται; Θα πάτε αλλού να δουλέψετε, σε άλλο γραφείο;
- Θα σου πω αργότερα, παιδί μου. Με ποιον έχω ραντεβού τώρα;

Ο dr. Claro γύρισε, κοίταξε στο σαλόνι και είδε την Μαρία Παπαδάκη, την πλησίασε, της έσφιξε το χέρι και της ευχήθηκε «καλή και δυνατή χρονιά». Μετά από 10 λεπτά καθόντουσαν στο γραφείο του απέναντι ο ένας από τον άλλο και η Μαρία άνοιξε τη συζήτηση:

- Άκουσα καλά ότι θα πας αλλού να δουλέψεις;
- Ναι, θα πάω μάλλον αλλού, αλλά δεν ξέρω αν θα ξαναδουλέψω. Ας μην φάμε το χρόνο μας με αυτό… πες μου πως πέρασες τις γιορτές;
- Όταν ήμουν παιδί μου άρεσαν οι γιορτές, τώρα δεν μου αρέσουν. Όλα αυτά τα φωτάκια, τα fake χαμόγελα, η fake χαρά, τα fake δώρα.. Μπλιάάχχ… Την Πρωτοχρονιά φάγαμε με τη γιαγιά μου -τη μαμά της μαμάς μου και της θείας μου- και όλο έλεγε ότι Η ΖΩΗ μου θα ήταν αλλιώς αν ζούσαν οι γονείς μου. Ο μάνα μου θα με είχε κάνει κοριτσάκι και όχι φρικιό, που με αφήνει να είμαι η θεία μου…
- Και εσύ της απάντησες κάτι;
- Κρατήθηκα για χάρη της θείας μου, που δεν θέλει να τσακώνομαι με τη γριέντζο. Ξεπέρασα τον εαυτό μου, ώσπου δεν άντεξα και της είπα «να μην πήγαινε να σκοτωνόταν η κόρη σου» και η γριέντζο χλώμιασε, σηκώθηκε από το τραπέζι και είδε και έπαθε η θεία μου για να την συνεφέρει.
- Σε ενοχλεί που σε κρίνει η γιαγιά σου ή που έχουν πεθάνει οι γονείς σου;
- Με ενοχλούν όλα και ειδικά αυτές τις μέρες που….
- Που τι;
- Που σαν αύριο στις 6 Ιανουαρίου του 2006 σκοτώθηκαν οι γονείς μου…
- Ττττι;….
- Τι έπαθες; Γιατί τραυλίζεις; Έχουν περάσει 3 χρόνια. Έχω μάθει να ζω με αυτό.
- Ναι… σε πιστεύω…. Ξέρεις, όμως Η ΖΩΗ παίζει περίεργα παιχνίδια… και εγώ έχασα τη γυναίκα μου στις 6 Ιανουαρίου του 2006…

Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2009

33 ηΜέΡες - Lisboa, λιμάνι μεγάλων εξεΡευΝητών


28η ημ. – Πέμπτ. 1 Ιαν. ‘09

Ο dr. Claro ήταν πάλι στο αεροδρόμιο. Έπινε ένα εσπρεσσάκι, καθώς παρατηρούσε ένα αεροπλάνο να απογειώνεται. Η δικιά του πτήση είχε καθυστέρηση. Είχε περάσει τις τελευταίες 5 μέρες με την Christina του και τον Nino. Τελικά ήταν ταιριαστό ζευγάρι. Πρώτη φορά που γνώριζε πραγματικά τον άντρα της κόρης του. Άφησε να περάσουν 3,5 χρόνια για να γίνει αυτό. Γιατί; Γιατί δεν υπήρχε η Αφροδίτη του να το οργανώσει.
----------------------------

Στις 8.00 μ.μ. ώρα Πορτογαλίας το αεροπλάνο πετούσε πάνω από την Lisboa. Αναγνώρισε τα φώτα στην παλιά γέφυρα. Πέρασαν πάνω από τον Tejo ποταμό, μια σκοτεινή λωρίδα στις νυχτερινές λάμψεις της πόλης και ξεχώρισε στην όχθη του το μνημείο των μεγάλων εξεΡευΝητών. Θυμήθηκε ότι το αεροδρόμιο ήταν πολύ κοντά στο κέντρο της πόλης.

Ο dr. Claro στις 9.30 μ.μ. χτυπούσε το κουδούνι του σπιτιού του αδερφού του. Ένα πιτσιρίκι του άνοιξε και τον ρώτησε τι θέλει. Ο dr. Claro σάστισε και το μόνο που κατάφερε ήταν να πει «Joao». Τότε το πιτσιρίκι του έκλεισε την πόρτα στα μούτρα και το άκουσε να λέει στα πορτογαλικά «Ένας παππούς θέλει τον παππού». Σε λίγο η πόρτα ξανάνοιξε, ο dr. Claro κοκάλωσε, αλλά ο αδερφός του σαν να τον περίμενε τον τράβηξε στην αγκαλιά του λέγοντας του:

- Εχτές ευχήθηκα το 2009 να σε δω και σήμερα σε βλέπω. Αυτή η χρονιά θα είναι η καλύτερη για μένα, αδερφέ μου!


29η ημ. – Παρ. 2 Ιαν. ‘09

Ο dr. Claro παρατηρούσε μέσα από τη τζαμαρία το χάλκινο ομοίωμα του ποιητή Πεσόα να ακουμπάει σκεφτικός τον αγκώνα του σε ένα τραπεζάκι. Ήταν μαζί με τον Joao στην συνοικία Baixa στη Brazileira. Το καφέ όπου καθόταν και έγραφε ο αγαπημένος του ποιητής.

O dr. Claro ζήτησε ένα ποτήρι κρασί Porto. Το γκαρσόνι ήρθε με ένα ολόκληρο μπουκάλι Porto. Του έδειξε την ετικέτα του μπουκαλιού, το άνοιξε, γέμισε ένα ποτήρι και του το πρόσφερε. Ο dr. Claro ήπιε μερικές γουλιές. Μαλάκωσε λίγο το κρύο που ένιωθε. Δεν είχε βγάλει το παλτώ, γιατί δεν είχαν θέρμανση μέσα στη Brazileira.

Το κρύο εδώ ήταν διαπεραστικό, διαφορετικό από αυτό της Αθήνας. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ακόμη που βρισκόταν. Από το πρωί ο αδερφός του τον γύριζε σε ολόκληρη την πόλη, σαν να ήταν κάποιος τουρίστας που την εξεΡευΝούσε για πρώτη φορά. Ένιωθε λίγο σαν τουρίστας, γιατί πολλά είχαν αλλάξει.

Βγήκαν έξω και περπάτησαν ξανά. Για λίγο τα σύννεφα μέριασαν και πρόβαλε ένας φωτεινός ουρανός. Το περίφημο λαμπερό καθαρό γαλάζιο φως της Lisboa. Αυτό το χρώμα μίλησε στην καρδιά του, ένιωσε πάλι παιδί.


30η ημ. – Σαβ. 3 Ιαν. ‘09

Στις 8.00 π.μ. τα δύο αδέρφια πήρανε το μετρό από την Alameda για το Oriente. Το μετρό της Lisboa το θυμόταν παλιό και καταθλιπτικό. Αυτή η διαδρομή, όμως, ήταν πιο καινούργια και είχε μερικούς πολύ όμορφους σταθμούς. Με μεγάλες κατασκευές από πλακάκια. Έργα τέχνης. Όχι επίπεδα. Τρισδιάστατα. Αιχμαλώτιζαν το βλέμμα του dr. Claro. Καθώς η οπτική γωνία που τα έβλεπε άλλαζε, καθώς ο συρμός συνέχιζε την πορεία του.

Έφτασαν στο Oriente στις 8.30. Ανέβηκαν ένα επίπεδο, έβγαλαν εισιτήρια, ανέβηκαν και άλλο επίπεδο και βρέθηκαν στο σταθμό των τρένων με το χαρακτηριστικό σκέπαστρο με τις αψίδες σχεδιασμένο από τον Calatrava -πολύ πριν επέμβει στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας.

Ενώ περίμεναν το τρένο για την Coimbra, τη γενέτειρα πόλη της μητέρας τους, o dr. Claro παρατήρησε δύο μοντέρνες, σύγχρονες, πολυώροφες πολυκατοικίες. Δίδυμες. Η μια πλάι στην άλλη. Ήταν πολύ ντιζαϊνάτες, πολύχρωμες, γυάλινες. Έπαιζαν με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Ήταν οβάλ σε οριζόντια κάτοψη. Οι ταράτσες τους είχαν κάτι προεξοχές. Παρέπεμπαν σε κατάρτια πλοίων. Στους μεγάλους εξεΡευΝητές πορτογάλους άλλων εποχών.

Σε όλη τη διαδρομή τα δύο αδέρφια είχαν χαθεί ο καθένας στο τοπίο, στις σκέψεις του. Λίγο πριν φτάσουν στην Coibra o dr. Claro κοίταξε τον αδερφό του, του χαμογέλασε και του είπε:

- Θα φύγω αύριο, γιατί στις 6 του μήνα πρέπει να είμαι στην Αθήνα.
- Ναι, στις 6 Ιανουαρίου του 2006 έχασες την greca σου…
- Θα ξανάρθω, όμως, σύντομα.
- Ωραία, γιατί έχω κι άλλα μέρη να σου δείξω, να εξεΡευΝήσουμε ξανά την χώρα μας.