Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Το βουνό που καπνίζει

Ο στριγκός ήχος της πόρτας έκανε μερικά κεφάλια να γυρίσουν, να κοιτάξουν μηχανικά, να ξαναδούν μόνο το μισοάδειο τους ποτήρι. Κράτησα την πόρτα για λίγο ανοιχτή. Όλες οι γουρουνόφατσες ήταν για μια ακόμη βραδιά μαζεμένες εδώ. Μπορούσα να κάνω στροφή και να φύγω. Χάιδεψα με το αριστερό μου χέρι την εσωτερική δεξιά τσέπη του τζάκετ μου και τα βήματα με οδήγησαν στην μπάρα, στη γωνιά μου. Έσβησα το τσιγάρο που κάπνιζα και έβγαλα να στρίψω άλλο. Ο τεράστιος Φράνκι μου έφερε το ποτό μου. Διπλό bourbon σε χαμηλό ποτήρι με δυο παγάκια. Κατέβασα μια γερή γουλιά. Το λαρύγγι μου την λαχταρούσε από χθες που ξέμεινα επάνω στο βουνό.

Ακουσα μια φωνή να με ρωτάει αν ανέβηκα στο “βουνό που καπνίζει” σήμερα. Ήταν η Λόλα η ξεδοντιάρα, που έχωνε τη μούρη της παντού και που συνέχεια έβρισκε αφορμές για να μου κολλάει. Ως συνήθως εγώ δεν της απάντησα, δεν γύρισα καν να την κοιτάξω και αυτή με πλησίασε ακόμη περισσότερο, τόσο που η αυγουλίλα που ανέδυε το στόμα της έφτασε στα ρουθούνια μου. Μου ήρθε να κάνω εμετό, αλλά δεν σάλεψα. Αν της έδινα προσοχή τώρα, μπορεί να μην έφευγε όλο το βράδυ. Σήκωσα το ποτήρι μου και το άδειασα αργά-αργά, ενώ η ξεδοντιάρα Λόλα μου έλεγε ότι γέννησε η σκύλα της έξι κουτάβια, δύο από τα οποία ήταν κουτσά και ένα άλλο γκαβό. Ήθελε να μου δώσει τα λειψανιάρικα να πάω να τα πνίξω στο ποτάμι.

Τότε πετάχτηκε ο κουφός Χάρι, που καθόταν παραπέρα, να μας πει ότι το ποτάμι έχει φουσκώσει επικίνδυνα, ότι άρχισαν να λιώνουν νωρίτερα φέτος τα χιόνια. Λες κι εγώ δεν το ήξερα. Το αριστερό μου χέρι βρέθηκε να χαιδεύει πάλι την εσωτερική δεξιά τσέπη του τζάκετ μου. Πολύ φασαρία έκαναν όλοι τους σήμερα. Αισθανόμουν σαν να είχαν εισβάλει μιλιούνια μέλισσες στο κεφάλι μου. Διέκρινα την μπάσα φωνή του σερίφη, του χοντρού Τομ, να ρωτάει αν ανέβηκε κανείς τις τελευταίες δυο μέρες στο «βουνό που καπνίζει». Αγνοούνταν δύο έμπειροι περιπατητές, Καναδοί, ένα άντρας και μια γυναίκα, οι οποίοι έφτασαν προχτές στο El Chalten και χτες είχαν ξεκινήσει χαράματα για να φτάσουν στην κορυφή του “βουνού που καπνίζει”. Σήμερα ήταν να πάνε στο El Calafate να περπατήσουν πάνω στον παγετώνα Perito Moreno, αλλά ο βρωμιάρης Ντάνκαν τον ειδοποίησε ότι δεν είχαν επιστρέψει στο πανδοχείο του. Ο έξυπνος Τζέρι χωράτεψε ότι μπορεί να έφυγαν χωρίς να τον πληρώσουν και ο χοντρός Τομ του απάντησε ότι θα ήταν πιθανό, αν δεν είχαν αφήσει πίσω τα διαβατήριά τους και μεγάλο μέρος από τον ακριβό τους εξοπλισμό. Επίσης, το ενδεχόμενο το ζευγάρι να είχε χαθεί το θεωρούσε απίθανο μιας και το μονοπάτι ήταν πολύ καλά σηματοδοτημένο. Και από που ήξερε ο χοντρός Τομ ότι το μονοπάτι ήταν πολύ καλά σηματοδοτημένο; Ούτε αυτός, ούτε κανένας άλλος εδώ μέσα δεν είχαν φτάσει πάνω από τα 400 μ υψόμετρο. Ευκαιρία να πάνε τώρα να ψάξουν το ριψοκίνδυνο ζευγάρι...

Με αυτή τη σκέψη χαλάρωσαν λίγο τα χείλη μου. Η ξεδοντιάρα Λόλα απομακρύνθηκε και μπορούσα πάλι να τραβήξω καθαρές τζούρες καπνού. Να απολαύσω και το bourbon μου. Ήταν το τρίτο ή το τέταρτο ή ... Τι σημασία είχε; Το αριστερό μου χέρι πήγε να χαιδέψει την εσωτερική δεξιά τσέπη του τζάκετ μου, αλλά στα μισά το μετάνιωσε και ακούμπησε πάνω στην μπάρα. Βρήκε το κουτί με τα σπίρτα και άρχισε να παίζει με αυτό. Ήταν άδειο. Ευτυχώς, με το τελευταίο σπίρτο είχα καταφέρει να ανάψω φωτιά εχτές στο πλάτωμα, πριν την Laguna de los tres. Τα στοιχειά της φύσης θεριεύουν στο σκοτάδι και μπορούν να σε ζουρλάνουν, έλεγαν κάποιοι. Εγώ δεν ήμουν μεταξύ αυτών. Συνήθως γινόμουν ένα με ότι με περιέβαλε, το δάσος, τα σύννεφα, τον καπνό. Μόνο τους ανθρώπους δεν άντεχα. Αλλά εχτές ήταν αλλιώτικη βραδιά. Το μαρτυρούσαν οι ήχοι, οι μυρωδιές, ο αέρας. Δεν έκλεισα μάτι. Ούτε η μικρή μου Λούστικα, που δεν σταμάτησε να γρυλίζει. Όταν ανέτειλε ο ήλιος τα πουλιά δεν κελαηδούσαν. Προχώρησα προς την Laguna de los tres, η Λούστικα δεν με ακολούθησε, η σιωπή γινόταν όλο και πιο βαριά. Μέχρι που...

Κατέβασα μονορούφι άλλο ένα ποτό και οι θύμησες απομακρύνθηκαν. Κάποιος βαριανάσαινε δίπλα μου, έκλεβε τον αέρα μου, μυρωδιά ξινισμένου γάλα, ο σερίφης. Ήθελε να μάθει αν ανέβηκα στο “βουνό που καπνίζει”. Η ξεδοντιάρα Λόλα με είχε δώσει στεγνά. Δεν έβρισκα λέξεις να ξεστομίσω. Ο σερίφης θύμωσε και βρόντηξε το χέρι του στην μπάρα. Με διαπότισε η ξινίλα του. Κάτι έπρεπε να του πω για να με αφήσει στην ησυχία μου. «Έξω από το παράθυρο ακούστηκε ένας κρότος όπως όταν ξεκολλάει ένα βαρύ φρούτο από το κλαδί του.» Το αριστερό μου χέρι έσφιξε το όπλο στην εσωτερική δεξιά τσέπη του τζάκετ μου. «Ο κρότος που θα έπρεπε να κάνει το φρούτο πέφτοντας καταγής δεν ακούστηκε».

7 σχόλια:

mirni είπε...

Not bad. Αν και δε μου αρέσει όταν δεν καταλαβαίνω τι έχει γίνει. Προφανώς. ^^

-m-

alicia είπε...

δε σε εχω συνηθισει να γραφεις ετσι!
περιμενω τη συνεχεια. μου αρεσε :)

φιλια φω μου

bright Φω είπε...

@mirni
μπορείς να φανταστείς τι έγινε...


@alicia
δοκιμάζω διάφορα... να δω μέχρι και που μπορώ να ρίξω τη σκιά μου...

φιλί και αγκαλιά!

nonia είπε...

απο που εισαι τελος παντων!!!

satso.k είπε...

εχει συνεχεια;
θα πεσουν μπιστολιες;
τι ρολο παιζει η Λολα η ξεδοντιαρα;
κι΄αυτη η τσεπη;!!!!!!!!.........

Aurangel είπε...

Πολύ όμορφο το κειμενάκι.
Με ταξίδεψε σε κάποιο σαλούν στην Δύση.

Να γράφεις και άλλα τέτοια κείμενα.

Σου πάνε πολύ.

Φιλιά πολλά πολλά κοριτσάκι μου!!!

Negma είπε...

Καλή χρονιά, Φωτεινή μου, με υγεία, αγάπη και χαρά!

Γιόρταζες χθες ή είσαι από αυτές που γιορτάζουν της Αγίας Φωτεινής???

Χρόνια σου πολλά, όπως και νά 'χει, νά 'σαι πάντα καλά!!!