Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

"Ο ξένος Ουγκ"

Ήταν νωρίς για να πάω στο μπαρ, ήταν όμως το μπαρ το μόνο μέρος που ήθελα να πάω. Ο λαιμός ήταν πολύ στεγνός, το μυαλό μου πολύ καθαρό και εγώ δεν άντεχα για πολύ ούτε το ένα ούτε το άλλο. Η πόρτα άρχισε να βγάζει στριγκούς ήχους. Ο τεράστιος Φράνκι μάλλον επίτηδες δεν την λάδωνε. Ήθλε να ξυπνάει όταν μπαίνει πελάτης. Εγώ πολλές φορές παραταύτα τον είχα δει να σηκώνει το βαρύ κεφάλι του από την μπάρα και να το κουνάει πέρα δώθε για να πιάσει σύνθεση με γη. Αυτή τη φορά ο τεράστιος Φράνκι ήταν όρθιος πίσω από την μπάρα και μπροστά του κάθονταν ένα ζευγάρι. Η ξεδοντιάρα Λόλα είχε χωθεί στην αγκαλιά κάποιου μικροκαμωμένου άνδρα. Δεν τον ήξερα. Καινούργιος θα ήταν στην περιοχή, άμαθος. Πλησίασα, έσκασα ένα σχεδόν χαμόγελο, η Λόλα τρίφτηκε στον άγνωστο άνδρα και μου γύρισε την πλάτη. Τι τύχη! Θα με άφηνε στην ησυχία μου.

Πήγα και έκατσα στην άλλη άκρη της μπάρας. Ο τεράστιος Φράνκι δεν άργησε να μου φέρει το bourbon μου και πριν απομακρυνθεί, τον έπιασα με το δεξί χέρι από το μπράτσο, ενώ με το αριστερό άδειασα το ποτήρι στο λαιμό μου. Σε λίγο είχα μπροστά μου ένα σφηνάκι τεκίλα και ένα ακόμη bourbon. Έσβησα το τσιγάρο μου και άρχισα κάπως χαλαρωμένος να στρίβω ένα άλλο. Τα γέλια της Λόλας της ξεδοντιάρας έφταναν κατά κύματα στα αυτιά μου. Μόλις κατέβασα και το σφηνάκι άρχισα να ακούω και τη συνομιλία του ζευγαριού. Ο άνδρας της είπε να μην φωνάζει για να μην τους ακούσω και η Λόλα έσκασε στα γέλια και σχεδόν κραύγασε “αυτός είναι ένας χαμένος μουγγός” γύρισε προς το μέρος μου και τα μάτια της σχεδόν μου πέταξαν σπίθες και συνέχισε “κανείς δεν τον έχει ακούσει τα τρία χρόνια που είναι εδώ, γι' αυτό και τον φωνάζουμε ο ξένος Ουγκ ”.