Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

Ο φίλος μου, ο καρκίνος

Εγώ και ο φίλος μου, ο καρκίνος, παίζουμε τραμπάλα μεταξύ ζωής και θανάτου, μεταξύ θυμού και γέλιου, μεταξύ πίστης και απελπισίας, μεταξύ σοβαρού και αστείου...
Όταν αυτός ακουμπάει στη γη, εγώ αιωρούμαι
και όταν αυτός αιωρείται, εγώ απολαμβάνω το θόρυβο που κάνει η πρόσκρουσή μου στο χώμα.
Χαίρεται που μου έχει τραβήξει την προσοχή, χαίρομαι που μπορώ να τον ακούω.
Τραμπάλα και χάνεται μέσα σε ότι τον περικλείει.
Τραμπάλα και βρίσκω τα τρίμματα που περικλείω.
Τραμπαλίζουμε,
τρομοκρατούμαστε,
τρανεύουμε.
τρίκι, τρίκι, τρίκι.. τριικ!

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Η φυγή



Η φυγή ήταν η μοναδική λύση. Σκέφτηκε η Χ καθώς κοίταζε το κόκκινο φανάρι, που έκοβε τη φόρα του μικρού cinquecento της. Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη. Όχι δεν την είχε ακολουθήσει “εκείνος”. Μα αυτό το κόκκινο στα μάγουλά της πως βρέθηκε εκεί; Η αγανάκτηση της έκλεισε το λαιμό. Να φύγει γρήγορα, να φύγει! Μακριά, όσο πιο μακριά γινόταν. Γινόταν;

Τα πόδια αλλάζουν έδαφος
όταν το νιώσουν να κουνιέται.

Η Χ άλλαξε γειτονιά, άλλαξε πόλη, άλλαξε ανθρώπους, άλλαξε συνήθειες. Κι όμως “εκείνος” ήταν πάλι εκεί. Μέσα της. Η αγάπη και ο θυμός για “εκείνον”. Τσακώνονταν ποιος είναι πιο δυνατός. Κι έχωναν αηδιαστικά τα δάχτυλά τους στις πληγές της. Αιμορραγούσε. Κοκκίνισε το μικρό cinquecento και την πήγε σε άλλες γειτονιές, άλλες πόλεις, άλλους ανθρώπους, άλλες συνήθειες. Κάπου μακριά θα υπήρχε ένας τόπος για αυτήν. Θα υπήρχε;

Τα πόδια τυφλώνονται
όταν δεν βρίσκουν πουθενά σταθερό έδαφος.

Γύρισε όλο τον κόσμο και δεν είχε που αλλού να πάει. Το μικρό cinquecento την έφερε με το ζόρι στην αρχή, σε “εκείνον”. Τον συνάντησε στο φανάρι. Τον χαιρέτησε και της χαμογέλασε. Άναψε πράσινο, έκανε στο πλάι και πάρκαρε. Στην ίδια γειτονιά, στην ίδια πόλη, στους ίδιους ανθρώπους, στις ίδιες συνήθειες. “Εκείνον” τον άφησε να φύγει. Η Χ μπορούσε, πια, να μείνει.

Τα πόδια ηρεμούν
όταν συνειδητοποιούν ότι αυτά κινούνται και όχι το έδαφος.

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2009

Γονιός ονείρων


Τα όνειρα κατοικούν στο φως των ματιών.
Ντύνονται σε ροζ τούλια για να ζεσταθούν.
Ταξιδεύουν με χάρτινα καραβάκια στη βροχή
και σκίζονται, αλλά δεν τους νοιάζει...

Είναι σκανδαλιάρικα
και αφελή.
Κολλάνε τσίχλες
στην καρέκλα της δασκάλας.
Τρώνε παγωτό καρπούζι τον χειμώνα.

Κάθε όνειρο έχει ένα γονιό
και πολλούς κηδεμόνες.
Μπερδεύεται,
αλλά χαμογελά.

Τα όνειρα, τα τυχερά ζουν τρεις φορές.
Μια στο μυαλό.
Μια στην καρδιά.
Και μια παίρνουν σάρκα και οστά.

Υπάρχουν και αυτά που πεθαίνουν στη γέννα,
τα πρόωρα, τα άτυχα.

Μόνο ο γονιός που έχει καταφέρει να μεγαλώσει
ένα όνειρο
ξέρει τη δύναμή του,
τη δύναμη της ζωής.

Ένα κοριτσάκι, η Νέλλυ, όταν ήταν 10 χρονών γέννησε ένα όνειρο -χωρίς να το πολυκαταλάβει, είναι η αλήθεια- για να αντέξει τις κοροϊδίες των συμμαθητών της ότι έχει στραβά πόδια. Ένα βράδυ, που ήταν πολύ στεναχωρημένη, ονειρεύτηκε ότι είχε μακριά όμορφα πόδια και όλοι τη θαύμαζαν για αυτά. Το όνειρο αυτό το έβλεπε κάθε βράδυ και την ημέρα το κράταγε στην καρδιά της. Σιγά σιγά έπαψε και να δίνει σημασία στα σχόλια των άλλων παιδιών και αυτά βαρέθηκαν και σταμάτησαν.

Η Νέλλυ στα 17 της ήθελε να γίνει γιατρός, οι συμμαθητές της όμως πάλι την κορόιδευαν, γιατί δεν ήταν καλή μαθήτρια. Ένα απόγευμα, καθισμένη σε ένα παγκάκι, σκεφτόταν τι άλλη δουλειά ήθελε να κάνει και δεν έβρισκε καμία. Τότε έκατσε δίπλα της ένα αγόρι που της είπε ότι έχει πολύ ωραία μακριά πόδια και η Νέλλυ θυμήθηκε το παιδικό της όνειρο. Τον επόμενο καιρό, έβλεπε κάθε βράδυ ότι είναι γιατρός και κάθε μέρα διάβαζε, όσο δεν είχε ξαναδιαβάσει στην ζωή της. Κάπου κάπου άκουγε να λένε «εσύ δεν μπορείς να γίνεις γιατρός», αλλά ήξερε ότι δεν απευθύνονταν σε αυτήν.

Η Νέλλυ στα 25 της έγινε γιατρός και αυτή τη δεύτερη φορά ένιωσε γονιός ονείρων.

Τα όνειρα ζωγραφίζουν διαδρομές.