Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

τΟ κΌκκΙνΟ μαντΉλΙ




εγΏ : 20…, 25…, 30…, 35…, 40…, 45…
50…, φτου και βγαίνω
ΟΙ άλλΟΙ : γιατί που ήσουν;

εγΏ : τα φύλαγα…
ΟΙ άλλΟΙ : γιατί;

εγΏ : για να μην τα χάσω…
ΟΙ άλλΟΙ : μαα…, δεν χάνονται!

εγΏ : δεν είμαι σίγουρη γι'αυτό...

είπα κι έβγαλα τΟ κΌκκΙνΟ μαντΉλΙ
από το κεφάλι μου
και τα κατάμαυρα μαλλιά μου
έφτασαν μέχρι τη μέση μου


ΟΙ άλλΟΙ : ουάου! παράξενα… μαλλιά. γιατί τα έκρυβες;
εγΏ : δεν τα έκρυβα. τα προστάτευα από τον ήλιο
για να μην ξεθωριάσουν

ΟΙ άλλΟΙ : είναι πολύ όμορφα, είναι δυνατά, λάμπουν…
είναι αλλιώτικα… !
εγΏ : αλήθεια;
ΟΙ άλλΟΙ : ναι, είναι πολύ ιδιαίτερα τα μαλλιά σου.
σου χαρίζουν πολύ. σε κάνουν πιο ωραία!

είπαν και άρχισα να ξαναμαζεύω τα μαλλιά μου
μέσα
στΟ κΌκκΙνΟ μαντΉλΙ
ΟΙ άλλΟΙ : γιατί κρύβεις ξανά τα μαλλιά σου, αφού
δεν έχει ήλιο για να τα προστατέψεις;
εγΏ : ….

ΟΙ άλλΟΙ : είναι τόσο όμορφα, άστα να τα θαυμάζουμε…,
να κλέψουμε λίγο από την ομορφιά τους
εγΏ : αυτό δεν το θέλω, με φοβίζει

ΟΙ άλλΟΙ : γιατί σε φοβίζει;
εγΏ : γιατί νομίζετε ότι μπορείτε να μου κλέψετε
την ομορφιά μου,
που όμως εγΏ ξέρω ότι πηγάζει από μέσα μου…
είπαν και χάιδεψα τΟ κΌκκΙνΟ μαντΉλΙ

ΟΙ άλλΟΙ : τότε δεν πρέπει να φοβάσαι,
δεν μπορούμε να σου κλέψουμε αυτή την ομορφιά σου
γιατί δεν τη βλέπουμε…
εγΏ : το ξέρω...

ΟΙ άλλΟΙ : άρα, δεν χρειάζεσαι
τΟ κΌκκΙνΟ μαντΉλΙ, δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι
εγΏ : κι όμως, φοβάμαι... μην πιστέψω
κι εγΏ όπως και ΟΙ άλλΟΙ
ότι η ομορφιά μου είναι τα μαλλιά μου


είπα και στερέωσα καλά τΟ κΌκκΙνΟ μαντΉλΙ
και συνέχισα να μετράω, καθώς απομακρυνόμουν...
εγΏ : 55..., 60..., 65..., 70...,
75..., 80..., 85...
ΟΙ άλλΟΙ : ....

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2008

Για λίγη ζωή ακόμα

Πρωί, χαλαρό ξύπνημα. Η Σόνια και ο Τόνι βγαίνουν
αγκαλιασμένοι στο δρόμο.
Περπατάνε για λίγα μέτρα αργά. Έξω από το μετρό χωρίζονται
με ένα φιλί.
Μετά από 20 λεπτά η Σόνια είναι στο γραφείο. Καλημέρες,
πολλές καλημέρες. Ένα τσάι στο χέρι
και συνάντηση στην αίθουσα συσκέψεων.
Συζήτηση, ιδέες, διαφωνίες, χαμόγελα, γκριμάτσες, αποδοκιμασίες.
Ένα σνάκ στις 1.00 για λίγη αποφόρτιση.
Επιστροφή στο γραφείο και δουλειά μέχρι τις 5.30.
Το project της θέλει
λίγες βελτιώσεις ακόμη. Τις αφήνει για αύριο.
Κλείνει τους φακέλους της, αποχαιρετά τους λίγους,
που έχουν μείνει ακόμη και φεύγει.
Σε 10 λεπτά
μέσα από το πάρκο η Σόνια είναι στης γιαγιάς της.
80 χρονών και την βρίσκει να απλώνει την μπουγάδα
με λίγη βοήθεια από τον παππού, 81 χρονών,
που κάθεται σε μια καρέκλα και της δίνει τα μανταλάκια.
Τους βοηθά να τελειώσουν λίγο γρηγορότερα.
Μπαίνουν μέσα, η γιαγιά φτιάχνει καφεδάκια, τα πίνουν,
μιλάνε για λίγο.
Καθώς η Σόνια βάζει το μπουφάν της για να φύγει,
η γιαγιά τής υπενθυμίζει ότι πρέπει
να περάσει για λίγο από τον σύμβουλο υγείας τους,
για να του δώσει το ετήσιο επίδομά του,
επειδή και φέτος δεν αρρώστησαν.
Τα τελευταία χρόνια έχει αναλάβει αυτή τη διεκπεραίωση
για χάρη της γιαγιάς και του παππού.
Μόνο πέρυσι δεν τον πλήρωσε, που ο παππούς κρυολόγησε
και χρειάστηκε για λίγες μέρες να κάνει μια αγωγή
που βέβαια πλήρωσε ο σύμβουλος υγείας τους.
Δεν έχει
ακόμη
νυχτώσει και η Σόνια περνάει από της Μαρίας.
Βρίσκει εκεί και την Μπέτυ, τον Λουκά και την Μάρα.
Κουβεντούλα, πως ήταν
η μέρα του ενός, πως ήταν του άλλου.
Πεινούν, μαγειρεύουν μια ομελέτα λίγο αλμυρή.
Αλάτι και πολύ τυρί.
Την τρώνε και έρχεται και ο Τόνι
με ένα ταψί γαλακτομπούρεκο ζεστό. Πάνω που χρειαζόντουσαν
κάτι λίγο γλυκό.
Συζητάνε για ένα ταξιδάκι το σαββατοκύριακο. Για λίγη απόδραση.
Να παίρνανε το τρένο, το πλοίο ή το αεροπλάνο
και όπου τους έβγαζε.
Έξω,
στο δρόμο ξανά, η Σόνια και ο Τόνι.
Η πόλη να βρυχάται ήρεμα και λίγο νυσταγμένα.
Περπατάνε κατά μήκος του ποταμού. Πολύς ο κόσμος, αν και
κάνει λίγο κρύο.
Μερικά παιδιά κυνηγιούνται. Μαζί τους και μερικοί μεγάλοι.
Κάποιος παίρνει τον σκούφο της Σόνιας. Αυτή τρέχει
και τον φθάνει. Εκείνος γυρίζει απότομα, την κοιτάζει,
διστάζει για λίγο
και της δίνει πίσω τον σκούφο της.
Έρχεται και ο Τόνι, την παίρνει από το γυμνό της χέρι
και περνάνε
στην απέναντι όχθη. Πάνω από την παλιά γέφυρα.
Εκεί είναι λίγο πιο ήσυχα. Κάθονται
σε ένα παγκάκι,
χαζεύουν το φεγγάρι,
τις αντανακλάσεις του στο νερό. Μαγεύονται. Βουβοί για λίγο.
Λίγο περπάτημα
ακόμη και πίσω στο σπίτι τους.
Πέφτουν στο κρεβάτι, αγκαλιάζονται,
ενώνονται τρυφερά για λίγο…δυνατά για λίγο…
τρυφερά για λίγο…
Γέρνουν στο πλάι και αποκοιμιούνται
για λίγο...
μέχρι να ξαναξυπνήσουν
για λίγη ζωή ακόμα.

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008

Συγνώμη darling...





Συγνώμη darling...

Σε άφησα να βυθίζεσαι,
να συρρικνώνεσαι, να κόβεις την ανάσα σου.
Στο είχα κάνει και άλλες φορές στο παρελθόν αυτό
και όλο έλεγα «είναι δυνατή αυτή, θα αντέξει».
Βαρυγκωμούσες, έχανες αίμα και ιδρώτα,
έσφιγγες τα δόντια,
πόναγες σιωπηλά και στο τέλος άντεχες.
Όσο εσύ άντεχες,
εγώ γινόμουν πιο υπερόπτης, πιο αλαζόνας.
Σκεφτόμουν αφού μπορείς να περπατήσεις, μπορείς να τρέξεις.
Αφού μπορείς να τρέξεις, μπορείς να ανέβεις στο βουνό.
Αφού μπορείς να ανέβεις στο βουνό,
μπορείς να φτάσεις στην άλλη άκρη του κόσμου,
μπορείς …
Και τελειωμό δεν είχαν τα «μπορείς».

Συγνώμη darling,
που ξεπέρασα τα όριά σου.

Ήθελες να παίξεις,
να χαρείς, να φωνάξεις,
να εκφραστείς, να ζωγραφίσεις
και δεν σε άφηνα.
Δεν σε άφηνα για να μην ενοχλήσεις,
να μην ξυπνήσεις τους "μεγάλους",
να μην τους λερώσεις,
να μην ταράξεις τους κύκλους τους.
Σου απαγόρευσα το χαμόγελο,
την αφέλεια,
την παιδικότητά σου.

Συγνώμη darling,
που σε βίασα να μεγαλώσεις.

Αισθανόσουν και έδειχνες διαφορετική
και εγώ πάντα σε έκοβα και να σε έραβα στα μέτρα των άλλων,
τα κοινά, τα αποδεκτά.
Δικαιολογούμουν ότι έτσι έπρεπε να γίνει,
ότι έτσι είναι το σωστό.
Το σωστό των άλλων.
Για το δικό σου δεν σε ρώτησα ποτέ.
Οι άλλοι ήξεραν, οι άλλοι άξιζαν περισσότερο.

Συγνώμη darling,
που δεν είδα your abnormal beauty.

Ήθελες αγάπη και εγώ σου έλεγα ότι έχεις ατέλειες
-στραβά πόδια, μεγάλη κοιλιά, λίγα μαλλιά, μικρό στήθος-
και δεν μπορεί κανείς να σε αγαπήσει.
Ήθελες φως και εγώ σου έλεγα ότι παντού κυριαρχεί το σκοτάδι.
Στα είπα τόσες φορές που και εσύ τα πίστεψες.
Σκυθρώπιασες, σιώπησες,
πείσμωσες...
έπαψες να λάμπεις.

Συγνώμη darling,
που σου έκοψα τα φτερά σου.

Μου έλεγες πως ένιωθες κούραση
σε κάθε μόριο της ύπαρξής σου
κι εγώ σου έλεγα ότι είσαι υπερβολική,
παρανοϊκή,
ότι όλοι περνούν δυσκολίες.
Με κοίταζες ικετευτικά
και εγώ έκλεινα τα μάτια
να μην βλέπω τον πόνο σου,
να τον εξαφανίσω.

Συγνώμη darling,
που σε άφησα να αιμορραγείς.
Σε οδηγούσα στον θάνατο και
αρνιόμουν να δω τις ευθύνες μου.
Εξάλλου,
άλλοι σε τρύπησαν,
σε νάρκωσαν,
σε έκοψαν στα δυο,
βεβήλωσαν τον ναό σου.
Και εγώ απλά να παρακολουθώ,
να γίνεσαι ένα τσουβάλι κόκαλα.
Να φοράς την "όμορφη" περούκα σου,
να περιφέρεσαι θαρραλέα
και να ζητάς βοήθεια από κουφούς,
ανήμπορους…

Συγνώμη darling,
που δέχθηκα να ανταλλάξω
το θάνατό σου
με τη ζωή μου…


(update edition: αφαίρεσα κάτι που μου ακουγόταν "βαρύγδουπο")

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2008

Σαν ωρολογιακή βόμβα


“Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,

Όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται”*

διάβασε ο Τόνι στην αρχή του e-mail και ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Απομακρύνθηκε λίγο από το γραφείο και έκανε δυο σβούρες επιτόπου με την σούπερ εργονομική του καρέκλα. Ξαναστερέωσε τα χέρια του στο γραφείο για να πάρει νέα ώθηση. Έκανε μισή στροφή ακόμη και φρέναρε απότομα με τα κοντά του πόδια.

Το τηλέφωνο, το τηλέφωνο πάλι χτυπούσε και έπρεπε να το σηκώσει. Είπε μερικά «ναι», ένα «όχι» και τελείωσε με ένα «ναι αμέσως». Έφερε πιο κοντά την καρέκλα στο γραφείο και άρχισε να πληκτρολογεί γρήγορα. Έπρεπε να στείλει άλλο ένα e-mail.

Διάβασε αυτό που είχε γράψει και δεν έβγαζε νόημα. Λέξεις μπερδεμένες. Ανάκατα αυτά που έπρεπε να γράψει στον πελάτη από τα Τρίκαλα με άλλα που του περνούσαν από το μυαλό του και που αφορούσαν την Σόνια. Δικό της ήταν το mail που άρχισε να διαβάζει λίγο πριν. Αυτήν σκεφτόταν όταν αυτοστροβιλιζόταν.

Όμως, τον πελάτη από τα Τρίκαλα έπρεπε να σκεφτεί τώρα. Δύσκολο του ήταν, αλλά το καλό το παλικάρι ήξερε κι άλλο μονοπάτι. Άνοιξε ένα παλιό e-mail, έκανε copy – paste, άλλαξε ημερομηνίες, ποσότητες, ονόματα και έτοιμη η προσφορά. Σε τρία λεπτά θα έχει φτάσει και στα Τρίκαλα.

Σύρθηκε με την καρέκλα του μέχρι το παράθυρο. Έβρεχε έξω και το τζάμι είχε θαμπώσει. Το καθάρισε λίγο με την παλάμη του. Είδε τον κόσμο στον δρόμο να περπατάει γρήγορα. Είδε την Σόνια να σηκώνει την άσπρη φούστα της, να κάθεται επάνω του και να τρίβεται. Να τον φιλάει στο λαιμό, να γλείφει το αυτί του, να του χαϊδεύει το πρόσωπο και μετά απότομα να σκύβει και να χάνεται μέσα στο κατεβασμένο του παντελόνι. Αυτή τη σκηνή με διάφορες παραλλαγές την έπαιξαν πολλές φορές εχτές το βράδυ και τώρα την είχε βάλει στο repeat του μυαλού του.

Το πρωί δεν την καλημέρισε. Κοιμόταν όταν αυτός έφυγε. Και μετά ήρθε το e-mail της. Να ήταν άραγε λόγια δικά της αυτά; Του πέταγε κάτι κουλά βαρύγδουπα που και που και αυτός της χαμογελούσε δήθεν αδιάφορα, δήθεν με νόημα. Τι να του έγραφε άραγε τώρα παρακάτω; Η βροχή είχε δυναμώσει και το τζάμι θόλωνε όλο και πιο γρήγορα και ο Τόνι είχε βαλθεί να το καθαρίζει. Μπορούσε κάλλιστα να ανοίξει το mail, να διαβάσει τη συνέχειά του. Δεν ήταν δα και καμιά ωρολογιακή βόμβα.

Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά. Απάντησε, είπε τρία «ναι», δύο «όχι» και τελείωσε με ένα «ναι βεβαίως». Άνοιξε αμέσως ένα παλιό αρχείο έκανε copy – paste, δυο τρεις αλλαγές, πάτησε «αποστολή» και το e-mail έφυγε για τον πελάτη στην Φλώρινα. Μετά ένα κλικ στα εισερχόμενα, και ένα δεύτερο κλικ και το mail της Σόνιας ήταν ανοιχτό μπροστά του. Διάβασε ξανά τις δύο πρώτες σειρές και συνέχισε:

Χθες βράδυ ο χρόνος σταμάτησε για λίγο,

όταν μου είπες «σ’ αγαπώ» ψιθυριστά με το κορμί σου…

σταμάτησε να διαβάζει και έσπρωξε πάλι την καρέκλα προς το παράθυρο. Είχε σκοτεινιάσει και ακόμη τα φώτα στον δρόμο δεν είχαν ανάψει. Μαύρη θολούρα. Οι φλέβες του φούσκωναν, η καρδιά του χτύπαγε δυνατά… σαν ωρολογιακή βόμβα.
..................
(*οι δύο πρώτοι στίχοι είναι από ποίημα του Καβάφη)
αφιερωμένο σε όσους "δυσκολεύονται"
με τα συναισθήματά τους...
να έχετε ένα διασκεδαστικό σαββατοκύριακο
με πολλά όμορφα συναισθήματα!!!!!

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

Η χλωροφύλλη του φόβου

Η χλωροφύλλη είναι ουσία.
Ο φόβος είναι συναίσθημα.
Η χλωροφύλλη ρέει μέσα στα κύτταρα των φυτών.
Ο φόβος απομυζά τα κύτταρα των ανθρώπων.

Χωρίς την χλωροφύλλη τα φυτά δεν ζουν.
Χωρίς τον φόβο οι άνθρωποι νομίζουν ότι δεν μπορούν να ζήσουν.
Χωρίς την χλωροφύλλη τα φυτά θα ήταν πετρώματα.
Χωρίς τον φόβο οι άνθρωποι θα ήταν απολιθωμένοι ήρωες.

O Tόνι σηκώθηκε και άρχισε να ντύνεται καθώς πήγαινε προς την πόρτα. Έφτασε μέχρι το χωλάκι. Το μετάνιωσε. Κοντοστάθηκε. Έμεινε ακίνητος, μες τις σκέψεις του. Δεν γύρισε, όμως, να την κοιτάξει. Ούτε κι αυτή μιλούσε, πια. Ένιωθε μια δύναμη να τον σπρώχνει να τρέξει, να βγει στον καθαρό αέρα. Ξημερώματα και έπαιρνε την κοπέλα του κάποιος «άγνωστος» από το μπαρ που αυτή δούλευε. Γιατί; Γιατί ήταν μεθυσμένος… Σαν να του έλεγε ψέματα απόψε…
«Μα ποιον πάει να κοροϊδέψει; Λες και δεν έχω φάει κι εγώ τα νιάτα μου στη νύχτα. Γιατί να του δώσει το τηλέφωνό της; Αυτή δεν τα κάνει αυτά. Δεν παίζει. Μόνο…μόνο αν δεν με θέλει πια. Έχει κουρνιάσει στο κρεβάτι και περιμένει να φύγω. Να φύγω για να τον πάρει τηλέφωνο. Τον θέλει. Γι’ αυτό δεν με σταματάει. Όσες φορές έχω πάει να φύγω με έχει σταματήσει. Τώρα, τώρα όμως… δεν κάνει καμία κίνηση. Δεν με θέλει πια …»

«Πάει προς την πόρτα.» σκέφτεται η Τόνια. «Δεν με πίστεψε και με το δίκιο του. Τι το ήθελα να ανοιχτώ σε εκείνον τον τύπο; Να του δώσω και το τηλέφωνό μου! Ο Τόνι έφταιγε, αυτός που μου εμφανίστηκες στο μπαρ με την πρώην του. Έτσι είσαι κύριε; Νομίζεις ότι μόνο εσύ έχεις πέραση; Το δαχτυλάκι μου να κουνήσω και… μπορώ να έχω όποιον θέλω.» βυθίζει το πρόσωπό της η Τόνια κι άλλο στο μαξιλάρι και σιγομουρμουρίζει «Αχχ, μακάρι να μην φτάσει μέχρι την πόρτα, να γυρίσει και να’ ρθει να με αγκαλιάσει. Εγώ δεν έχω τη δύναμη να τον σταματήσω. Μετά από αυτό που του έκανα δεν θα με θέλει πια. Σίγουρα, δεν με θέλει πια …»
Θόρυβος ακούγεται από την αυλή, ο κηπουρός κουρεύει το γκαζόν. Σωματίδια σκόνης εισβάλλουν στο δωμάτιο. Η δροσόπικρη γεύση της χλωροφύλλης φτάνει στο λαιμό της Τόνιας, στο λαιμό του Τόνι. Τους πνίγει...
Η χλωροφύλλη του φόβου τους.

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2008

Μια μικρή μηλιά (τίποτα δεν χάνεται)


(μέρος δεύτερο – τα φιλιά)

Πέρασαν οι μήνες και ήρθε ο Οκτώβρης. Η μικρή μηλιά ίσα που κατάφερνε να στέκεται όρθια μέσα στο τεράστιο κτήμα. Τώρα για παρέα της είχε λίγα αγριόχορτα, που είχαν φυτρώσει παρά την παρατεταμένη ξηρασία. Αυτά είχαν προσπαθήσει πολλές φορές να της μιλήσουν, μα απάντηση δεν έπαιρναν.
Συνέχιζαν να της μιλούν, γιατί την λυπόντουσαν έτσι όπως ήταν γυμνή, χωρίς φύλλα, χωρίς καρπούς, με τον κορμό της χαραγμένο, έτοιμο να ξεφλουδίσει. Είχε βγει η φήμη ότι μάλλον είχε πέσει κεραυνός και την έκαψε και το μόνο που ήταν ζωντανό πάνω της ήταν οι ρίζες της, που έφταναν αρκετά βαθιά. Επιπλέον, έλεγαν ότι κάτω από τα ξεραμένα φύλλα στο έδαφος είχαν δει μερικούς σπόρους της μικρής μηλιάς και είχαν κιόλας μιλήσει μαζί τους.
Μια μέρα ήρθε ξανά και ο άνεμος και έπαιξε με τα αγριόχορτα και τους είπε για την μηλιά, για το πώς ήταν παλιά, για το τι την είχε μαραζώσει, για το φίδι και το φόβο της μήπως της δαγκώσει το μοναδικό καρπό της, για το πώς τελικά έχασε τον μοναδικό της καρπό.
«Μα τίποτα δεν χάνεται στη φύση» είπε ένα τρυφερό χορταράκι. Και όλοι έμειναν σιωπηλοί για λίγο και μετά συνέχισαν να παίζουν μέχρι το σούρουπο που ο άνεμος κουράστηκε και κόπασε. Αυτό συνεχίστηκε για πολλές μέρες. Ο άνεμος ερχόταν την αυγή, έπαιζε με τα αγριόχορτα και εξαφανιζόταν το βράδυ.
Ώσπου μια μέρα μεσημέρι ο άνεμος δυνάμωσε πολύ σαν να αγρίεψε. Κάποια μαύρα κατάξερα κλαδιά της μηλιάς έσπασαν και την ξύπνησαν από τον λήθαργό της. Άνοιξε λίγο τα μάτια της και είδε τον άνεμο να την ξεφλουδίζει, να της παίρνει ότι νεκρό είχε επάνω της. Αισθανόταν την δροσερή πνοή του και άρχιζε να νιώθει πιο ανάλαφρη. Τότε θυμήθηκε την παλιά της επιθυμία. Ίσως τώρα να μπορούσε να πετάξει και να φτάσει στον ουρανό.
Άνοιξε διάπλατα τα μάτια της με προσμονή. Τόσο δυνατό άνεμο δεν είχε αισθανθεί ποτέ πριν. Μήπως όμως ήταν αυτή πολύ αδύναμη; Έκανε μια προσπάθεια να τεντωθεί, να εκμεταλλευτεί την κακή της κατάσταση για να κοπεί στα δύο, να αφήσει πίσω τις ρίζες της. Μάταια όμως, μόνο κομμάτια από τον κορμό της αιωρούνταν στον αέρα, αλλά αυτή έμενε ολόκληρη –ότι είχε απομείνει από αυτή- γερά ριζωμένη στη γη.
Άκουσε ψιθύρους στον αέρα, φωνούλες γαργαλιστικές που δυνάμωναν, που της φαινόντουσαν γνώριμες και είδε μεσ’ τη δίνη του ανέμου να στροβιλίζονται οι μικροσκοπικοί της σπόροι. Ναι, οι σπόροι της. Δυσκολεύτηκε να το πιστέψει. Προσπάθησε να τους φωνάξει, να έρθουν κοντά της, αλλά μιλιά δεν έβγαινε. Ίσως ο άνεμος να της έφερνε τους καρπούς της. Αλλά ούτε και αυτό έγινε.
Ο άνεμος είχε άλλο σχέδιο. Ανέβαζε όλο και πιο πολύ τους σπόρους στον ουρανό. Τους γύρναγε ανάμεσα στα σύννεφα, τους έφερνε στον ανοιχτό ουρανό, τους ξαναγύρναγε στα σύννεφα, ώσπου ο ουρανός σκοτείνιασε και έκρυψε τους σπόρους της μηλιάς. Τότε η μικρή μηλιά δάκρυσε από χαρά και ανακούφιση. Ένιωθε ότι είχε επιτέλους φτάσει στον ουρανό, ότι μόνο έτσι μπορούσε να φτάσει στον ουρανό, μέσω των σπόρων της.
Βροντές δυνατές ακούστηκαν και αστραπές φώτισαν τον ουρανό. Η μέρα έγινε νύχτα και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ξανά μέρα. Οι πρώτες σταγόνες βροχής έπεφταν και φίλαγαν την διψασμένη γη. Και όσο περισσότερο νερό ρουφούσε η γη, τόσο περισσότερο νερό ήθελε για να σβήσει την κάψα της. Και η βροχή ανταποκρινόταν και συνέχιζε με πάθος να φιλάει τη γη.
Μέσα σε αυτή την καταιγίδα η μικρή μηλιά αισθάνθηκε τους σπόρους της να πέφτουν από τον ουρανό μέσα στα ανοιχτά σπλάχνα της γης. «Εκεί που έπρεπε να καταλήξουν, με βάση τους νόμους της φύσης» σκέφτηκε η μικρή μηλιά και αφέθηκε να απολαμβάνει και αυτή τα φιλιά της βροχής.
Συνέχισε να αστράφτει, να βροντάει, να βρέχει για ώρες ακόμη και μετά τα σύννεφα διαλύθηκαν, η γη βαριανάσαινε χορτασμένη, ο ουρανός ήταν ξανά καθάριος μπλε και ένα αχνό πολύχρωμο ουράνιο τόξο στεφάνωνε τον ορίζοντα.


(επίλογος)

Πέρασε ο καιρός και ήρθε η Άνοιξη. Το κτήμα έσφυζε από ζωή. Η μικρή μηλιά είχε μεγαλώσει, είχε βρει ξανά τις δυνάμεις της, είχε βγάλει ζωηρά βλαστάρια, καταπράσινα καινούργια φύλλα και ευωδιαστά άνθη. Ήταν μια φουντωτή κούκλα ζωγραφιστή. Διάφορα ζωύφια τιτίβιζαν στον αέρα και η μηλιά χαιρόταν πραγματικά πάλι. Είχε ξαναβρεί τη μιλιά της και μίλαγε ασταμάτητα. Μίλαγε στα ζωύφια, μίλαγε στα αγριόχορτα που είχαν καλύψει ολόκληρο το κτήμα, μα πιότερο μίλαγε στις δύο καινούργιες μικρές μηλίτσες που είχαν φυτρώσει κοντά της. Τους μίλαγε και αυτές μεγάλωναν. Και μίλαγε περισσότερο…
Στη φύση τίποτα δεν χάνεται!
καλό σαββατοκύριακο,
ομορφιές μου!!!!!!!

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2008

Μάτια μου

Μάτια μου πολύχρωμα,
καθάρια μια φορά,
γιατί ντυθήκατε στα γκρι,
στα «δεν»,
που πνίγουν τη στιγμή;

Για κάποιον,
που ύψωσε φωνή;
Μα αυτός δεν ήξερε,
δεν τον είχαν μάθει

να αγαπά,
ούτε να αγαπιέται.

Πως να αγκαλιάσει,
τότε;
Και εσείς

στης φάκας το κλουβί,
μια αλυκή μες το φαΐ,
στραγγίσατε,
ξανά.
Κλαίτε,
κλαίγατε, το ξέρω.
Μην κρύβεστε, όμως μη…
μάτια γεμάτα πόνο,
χωρίς πνοή,
με θλίψη,
πως γίνεται να δώσατε ζωή;
Και τώρα εσείς,
όπως στο 0,
όπως στο 3,
όπως στο 16,
όπως στο 31,
όπως στο πάντα μου,
βλέφαρα κολλημένα.

Μίζερα δάκρυα,
λειψά.
Ποιον εξοφλάτε;
Τι;
Ζωή μισή,
της υπομονής

ή της δειλίας θύμα;
Έγνοιες πολλές,
για τα ευτελή.

Καθρέπτες φρικτοί.
Μην κλαίτε,
σας παρακαλώ,
μάτια μου μικρά,
μην κρύβετε το φως σας
από εμάς,
τα φωτολούλουδά σας.
Γιατί είμαστε εδώ,

ακόμη,
για εσάς,
τις ενοχές των γέλιων σας
να διώξουμε.

Μάτια μου γυάλινα,
θολά,
μην στρέφεστε αλλού,
δεν θα πεθάνω,
θα είμαι εδώ.
Μόνο αφησέ με,

να πάω να φέρω τη χαρά
και το άλλο σου μισό,
μαμά…

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2008

Ένας χρόνος ακόμη και


ε ί μ α ι

ζ ω ν τ α ν ή


να αγναντεύω

να σκέφτομαι

να αγαπάω

να ελπίζω ...
να δημιουργώ, να απογοητεύομαι, να κοιμάμαι, να ερωτεύομαι, να μεθώ, να ταξιδεύω, να απογειώνομαι, να γειώνομαι, να σέρνομαι, να μιλάω, να χορεύω, να λάμπω, να ονειρεύομαι, να βαλτώνω, να ασχημαίνω, να διαβάζω, να γράφω, να ζωγραφίζω, να μουτζουρώνω, να σχίζω, να εκφράζομαι, να σιγοτραγουδάω, να φωνάζω, να νανουρίζω, να πέφτω, να χτυπάω, να περιμένω, να γελάω, να χαίρομαι, να πονάω, να ανασκουμπώνομαι, να δίνομαι, να λαχταράω, να χάνω, να φοβάμαι, να κολυμπάω, να κερδίζω, να μεγαλώνω, να τσαλαβουτάω, να αναπνέω, να βαρυγκωμάω, να μικραίνω, να μπουσουλάω, να βλέπω, να απολαμβάνω, να φιλάω, να θυμώνω, να αγανακτώ, να προχωρώ, να αντιστέκομαι, να γεννοβολώ, να εκλιπαρώ, να μετουσιώνομαι, να προσφέρω, να ρωτώ, να απαντώ, να φεύγω, να τρέχω, να βοηθάω, να συνυπάρχω, να απομονώνομαι, να πιστεύω, να σέβομαι, να νευριάζω, να ερωτοτροπώ, να ξυπνάω, να αφουγκράζομαι, να ακούω, να ξενυχτάω, να εργάζομαι, να κουβεντιάζω, να λυπάμαι, να συμπάσχω, να φιλοξενώ, να ξαποστέλνω, να υποστηρίζω, να αποδέχομαι, να αγκαλιάζω, να ψεύδομαι, να κρύβομαι, να προστατεύω, να παραδίνομαι, να εξαρτιέμαι, να μεγαλουργώ, να πληγώνομαι, να γονατίζω, να σιωπώ, να τρώω, να καλλιεργώ, να δανείζω, να κάθομαι, να περιτριγυρίζω, να σηκώνομαι, να ομορφαίνω, να γερνάω…