Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2008

Μια μικρή μηλιά

(μέρος πρώτο)
Το κόκκινο μήλο κ η μαύρη οχιά

Μια μέρα του Ιούνη, μια μικρή μηλιά στεκόταν μόνη της μέσα σε ένα τεράστιο κτήμα. Μέχρι πριν από λίγες μέρες το χωράφι ήταν γεμάτο σιτάρι. Και η μηλιά ευχαριστιόταν να κουβεντιάζει μαζί του, ενώ ο δροσερός άνεμος έπαιζε ανάμεσά τους και έκανε τα ζωηρά φύλλα της μηλιάς να θροΐζουν και τα σιτάρια να λικνίζονται.

Τώρα ο άνεμος είχε χαθεί. Το σιτάρι το είχαν μαζέψει και η μικρή μηλιά αισθανόταν κάθε μέρα περισσότερο τη μοναξιά της. Ένιωθε κουρασμένη και τα είχε βάλει με τον ήλιο που έκαιγε ξανθόπυρος και της στέγνωνε τους χυμούς της. Επιπλέον, είχε απογοητευτεί με τους ανθρώπους, οι οποίοι είχαν μέρες να φανούν για να την ποτίσουν.

Πέρασε ο καιρός και μπήκε ο Αύγουστος και κανέναν δεν είχε βρει η μικρή μηλιά για να μιλήσει. Η ξηρασία από τη μία και η θλίψη της από την άλλη την είχαν τσακίσει τόσο που, έριξε τους λιγοστούς καρπούς της - όλους εκτός από έναν που κατάφερε να παραμείνει γραπωμένος επάνω της.

Τότε η μικρή μηλιά αποφάσισε ότι δεν είχε κανένα λόγο να είναι κολλημένη στη γη και ότι ήθελε να φτάσει στον ουρανό ψηλά, πιο πάνω και από τον ήλιο. Άρχισε να τεντώνει τα αδύναμα κλαδιά της προς τον ουρανό, αλλά δεν μπόρεσε να τον αγγίξει.

Ένα απόγευμα εκεί που κοίταζε όλο προσμονή τον γαλανό ουρανό, μήπως δει κανένα πουλί να το ρωτήσει πως θα μπορούσε να φτάσει στον ουρανό, αισθάνθηκε κάτι να χαϊδεύει τον κορμό της. Κοίταξε κάτω και είδε ένα φίδι να έχει κουλουριαστεί στο λαιμό της.
- «Οχιά δεν είσαι εσύ» ρώτησε η μικρή μηλιά.
- «Ναι, άσε με να ξαποστάσω λίγο στη σκιά σου» αποκρίθηκε το φίδι.
- «Μπορείς να ξαποστάσεις όσο θέλεις, εξάλλου εγώ παρέα θέλω» ξαναείπε χαρούμενη η μηλιά που επιτέλους είχε βρει κάποιον να μιλήσει.

Το φίδι της αφηγήθηκε τι είχε συναντήσει στα ταξίδια του και η μικρή μηλιά τι παιχνίδια έκαναν με το σιτάρι και τον άνεμο. Η ώρα είχε περάσει και ο ήλιος αποσυρόταν αφήνοντας στον ορίζοντα την πορφυρένια του ανάσα.
- «Εσύ που έχεις δει τόσα, μήπως ξέρεις να μου πεις πως μπορώ να φτάσω τον ουρανό;» ρώτησε η μικρή μηλιά.
- «Ξέρω, αλλά τι θα μου δώσεις για μια τόσο πολύτιμη πληροφορία» αντιρώτησε το φίδι.
- «Τον ίσκιο μου» είπε αφελέστατα η μηλιά.
- «Μα τον ίσκιο σου δεν τον χρειάζομαι πια, αφού νυχτώνει. Θέλω όμως, εκείνο το ζουμερό κόκκινο μήλο που έχεις εκεί πάνω» είπε η οχιά.

Η μικρή μηλιά έμεινε σιωπηλή. Δεν ήθελε να δώσει το μοναδικό της μήλο. Πως όμως θα έφτανε στον ουρανό; Αμφιταλαντευόταν στην απόφασή της, ώσπου αισθάνθηκε το μαύρο φίδι να σκαρφαλώνει στον κορμό της.
- «Τι κάνεις εκεί; Δεν αποφάσισα να σου δώσω το μήλο μου» φώναξε θυμωμένα η μικρή μηλιά.
- «Δεν χρειάζεται να μου το δώσεις. Μπορώ να το πάρω και μόνη μου» γέλασε ειρωνικά η οχιά.

Η μικρή μηλιά τρόμαξε με την αποφασιστικότητα της οχιάς και προσπάθησε να κουνήσει τα φύλλα της για να την χτυπήσει. Προσπάθησε να κουνήσει τα κλαδιά της για να τη ρίξει κάτω. Αλλά μάταια, δεν τα κατάφερνε μόνη της, χρειαζόταν τον άνεμο και δεν φαινόταν ίχνος αυτού.

Άρχισε να κλαίει, να τρέμει από το φόβο της. Έκλεισε τα μάτια της να μην βλέπει. Δεν ήθελε να δει το μαύρο φίδι να δαγκώνει και να τρώει τον ένα και μοναδικό καρπό που της είχε απομείνει. Και όσο τα σκεφτόταν αυτά έτρεμε όλο και περισσότερο γεμάτη απελπισία. Έτρεμε τόσο που δεν κατάλαβε πότε κόπηκε ο μίσχος του μήλου της και πότε έριξε και όλα τα φύλλα της.

Αισθανόταν, όμως, ακόμη δυνατότερα ρίγη να διαπερνούν τον κορμό της και άνοιξε με κόπο τα μάτια της. Μέσα στο βαθύ σκοτάδι της πλάσης αντίκρισε τη γύμνια της, την ολοκληρωτική της γύμνια. Αντίκρισε τον κορμό της γεμάτο πληγές και λύγισε. Και λύγισαν τα κλαδιά της προς τη γη. Τότε είδε όλα τα φύλλα της πεσμένα στο έδαφος, αλλά το μήλο δεν φαινόταν πουθενά.

Προς στιγμήν πίστεψε ότι το είχε φάει η μαύρη οχιά και αισθάνθηκε ένα μεγάλο βάρος στα γυμνά της κλαδιά που έγειραν κι άλλο προς τη γη. Τα θολωμένα μάτια της, όμως, είδαν την μαύρη οχιά να σέρνεται πάνω στα φύλλα, σαν να έψαχνε κάτι. Μάλλον θα έψαχνε το κόκκινο μήλο. Προσπάθησε να της φωνάξει, να την τρομάξει, αλλά δεν μπορούσε. Δεν είχε πια μιλιά. Έμεινε μόνο να παρατηρεί το φίδι και να εύχεται να μην βρει τον τελευταίο της καρπό.

Έτσι πέρασε όλη η νύχτα με την οχιά να ψάχνει και την μικρή μηλιά να την παρατηρεί σιωπηλά, ώσπου άρχισε να εμφανίζεται ξανά ο ήλιος. Ο ουρανός έγινε κόκκινος, έγινε κοκκινογάλανος, έγινε γαλανός, έγινε ασπρογάλανος και η οχιά κουράστηκε να ψάχνει. Χρειαζόταν μια σκιά για να ξαποστάσει και εδώ δεν υπήρχε πια σκιά.
Φεύγοντας φώναξε στη μηλιά:
- «Μπορεί εγώ να μην απόλαυσα ούτε μια δαγκωματιά από το μήλο σου, αλλά εσύ κακομοίρα έχασες τη μιλιά σου, και το μήλο σου και τα φύλλα σου και έγινες ένα σκιάχτρο. Και ποτέ δεν θα μπορέσεις να φτάσεις στον ουρανό».

Η μικρή μηλιά ανακουφίστηκε βλέποντας τη μαύρη οχιά να απομακρύνεται. Χαιρόταν πραγματικά που τα πεσμένα φύλλα της έκρυψαν καλά το μήλο. Χαιρόταν πραγματικά που βγήκε ο ήλιος και έδιωξε την οχιά.
Τι κι αν ήταν πια ένα σκιάχτρο, χαιρόταν πραγματικά που το μαύρο φίδι δεν κατάφερε να φάει το κόκκινο μήλο της...

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Εν όψει γενεθλίων...

Σάββατο απόγευμα και όλοι κοιμούνται. 25 Οκτωβρίου 2008. Θα 'πρεπε να μου λέει κάτι αυτή η ημερομηνία;
Δεν νομίζω... Δεν είμαι σίγουρη...
Πολλές φορές καταβάλω προσπάθεια να θυμηθώ τι χρονιά έχουμε.
Γιατί οι αριθμοί δεν έχουν συναίσθημα, γεύση, μυρωδιά...
Είναι κάτι νεκρό που προσπαθεί να μετρήσει κάτι ζωντανό... τη ζωή... Τη ζωή;
Χαα… Μετριέται η ζωή με αριθμούς; Χωράει η ζωή μας σε αριθμούς;
Ξεχνάω πόσο χρονών είμαι και σχεδόν πάντα προσθέτω ένα χρόνο.
Ξεχνάω πόση ώρα χρειάζομαι για να φτάσω στη δουλειά μου και φτάνω πάντα καθυστερημένη.
Ξεχνάω τόσα και μου επιβάλω να θυμάμαι άλλα τόσα… που με κουράζω.
Θα ’θελα να μπορούσα να ξεχνάω… θα ‘θελα να μπορούσα να θυμάμαι… χωρίς προσπάθεια. Σαν φυσική διαδικασία.
Ας γελάσω… Τι μπορεί να είναι «φυσικό» σήμερα;
«Φυσικά τίποτα», λέει η κακομοιριά μου.
«Φυσικά όλα», λέει η παρόρμησή μου.
Δεν ξέρω… Οι αριθμοί, πάντως, δεν είναι κάτι φυσικό.
Τους ανακάλυψε ο άνθρωπος για να μετράει… ποσότητες…
«Ποσότητες» που έγιναν η ποιότητα της ζωής μας.
«Ποσότητες» που αφήσαμε να προσδιορίζουν την ύπαρξή μας.
Μια «ποσότητα» είναι και η ηλικία μας.
Σημαίνει κάτι αυτή ή όχι;
Μπορεί να σας δώσει να καταλάβετε κάτι για μένα;
Γιατί εμένα πια, δεν μου λέει «φυσικά τίποτα».
Και διαβάζω...
"Ο λόγος που επλάσθηκες άνθρωπε είναι ακριβώς αυτός: ν'αποδεικνύεις κι εσύ με τη ζωή και το έργο σου ότι τα πάντα μπορούν και πρέπει να γίνονται χωρίς κανένα λόγο.
Να συντελεστούν έτσι όπως συντελείται ολόκληρη η δημιουργία.
Μόνο που για να το καταλάβεις αυτό πρέπει να πας μακριά"
Ιδιωτική Οδός, Οδυσσέας Ελύτης.
Και σκέφτομαι αν...
το "μακριά" μπορεί να προσδιοριστεί από την ηλικία;

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008

Το φως μέσα από τις γρίλιες

Κυριακή. Είμαι κουλουριασμένη στο κρεβάτι, έχω μικρύνει όσο μπορώ την ύπαρξή μου. Είμαι μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Και κάτι με ενοχλεί. Το φως, το φως μέσα από τις γρίλιες εισβάλει στο δωμάτιο. Ξεθωριάζει το σκοτάδι. Δεν με αφήνει να βυθιστώ στη μοναξιά μου.

Θα έχει πάει μεσημέρι. Και; Δεν έχω τίποτα να κάνω. Δεν έχω όρεξη για τίποτα. Το στομάχι μου διαφωνεί. Σέρνομαι ως την κουζίνα. Καλά θυμάμαι. Το αλκοόλ δεν νέκρωσε όλους τους νευρώνες μου –ακόμη. Πάνω στο τραπέζι χάσκει ανοιχτή μια σακούλα. Οι μπουγάτσες που αγόρασα τα ξημερώματα. Έχει απομείνει λίγο από την με τυρί και ολόκληρη σχεδόν η κρεατόπιτα. Έχει κρυώσει το λίπος από το κρέας και φαίνεται σαν τούβλο ελαττωματικό. Παρ’ αυτά, το καταβροχθίζω λαίμαργα. Πίνω και μια μπυρίτσα. Και μετά, βέβαια, χρειάζομαι το κρεβάτι μου.

Πάω, πρώτα, στο πατζούρι. Κλείνω περισσότερο τις γρίλιες. Πέφτω φαρδιά πλατιά πάνω στα ξινισμένα σεντόνια. Αρχίζω να κουλουριάζομαι ξανά. Τα μάτια μου με δυσκολία τα κρατάω κλειστά. Φταίει το φως. Με γαργαλάει, δεν με αφήνει ήσυχη.

Τελικά, δεν μπόρεσα να το εμποδίσω να μπει μέσα. Ανοίγω τα μάτια. Κοιτάζω το ταβάνι. Πάνω του δημιουργείται μια μεγάλη σκιά από την ογκώδη καινούργια μου βιβλιοθήκη, από μασίφ ξύλο. Μόλις χτες τελείωσα να τοποθετώ και να ευθυγραμμίζω πάνω της τα αρκετά πολλά βιβλία μου. Λες και τα ετοίμασα για παρέλαση.

Ξαφνικά, μια αχτίδα φωτός πυροδοτεί τη μνήμη μου. Θυμάμαι μια άλλη βιβλιοθήκη, που είχα παλιά –σαν φτερό στον άνεμο έμοιαζε. Ήθελα να μου τη βάψεις με ένα βερνίκι σκούρο για να κρύψεις τη φτήνια της. Σου είχα γκρινιάξει πολλές φορές γι’ αυτό. Και τελικά ένα μεσημέρι μου έκανες το χατίρι.

Και τότε οι αχτίδες του φωτός συνωστιζόντουσαν στις γρίλιες. Κάποιες είχαν καταφέρει να εισβάλουν μέσα, να αγγίξουν τα κοιμισμένα μας κορμιά. Νόμιζα ότι εσύ γαργάλαγες τα όνειρά μου. Αλλά ήταν το φως. Ξύπνησες από τα γελάκια μου. Γέλασες και εσύ όταν σου είπα τι νόμιζα και με αποστόμωσες με εκείνο το «αγάπη μου, δεν μπορώ να είμαι υπεύθυνος για ότι σου συμβαίνει». Και με έσφιξες στην αγκαλιά σου και παίξαμε με το φως.

Πολύ αργότερα, σε άφησα στο κρεβάτι και πήγα στο κουζινάκι να ετοιμάσω καφέ, κάτι να τσιμπήσουμε. Είχε πάει μεσημέρι. Δεν σε άκουσα που σηκώθηκες και όταν γύρισα κοντοστάθηκα, μόλις σε αντίκρισα. Στεκόσουν γυμνός στη μέση του δωματίου, λουσμένος στο φως. Είχες ανοίξει λίγο περισσότερο τις γρίλιες για να βλέπεις. Είχες βάλει εφημερίδες κάτω στο πάτωμα και από πάνω τη βιβλιοθηκούλα. Με ρώτησες αν μου άρεσε το χρώμα του βερνικιού και εγώ δεν μπορούσα να το διακρίνω. Τα μάτια μου είχαν χορτάσει από το λαμπρό φως που έπεφτε σε λωρίδες επάνω σου.

Η τελευταία σκέψη με κάνει να πεταχτώ σαν ελατήριο από το κρεβάτι. Βίαια σηκώνω το παντζούρι. Αφού δεν μπορώ να φυλακίσω έξω τη ζωή, ας γεμίσει ο χώρος άπλετο φως. Ντύνομαι να πάω μια βόλτα, να κινηθώ λιγάκι, να περπατήσουν οι σκέψεις μου, να πάρουν αέρα τα συναισθήματά μου, να ανοίξουν οι γρίλιες μου, να...
Και να φάω μια ζεστή μπουγάτσα Θεσσαλονίκης!
αφιερωμένο στις μελαγχολικές Κυριακές
και στις υπέροχες μπουγάτσες που χορταίνουν
τις μοναξιές μας...
να έχετε ένα όμορφο σαββατοκύριακο, ομορφιές μου!!!

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2008

Ο Π και η Χ

…συνέχεια

Ο Π ψαχουλεύει λίγο στο σκοτάδι. Τα μάτια του συνηθίζουν την έλλειψη φωτός. Διακρίνει σκιές. Βλέπει κάποιες άσχημες μορφές. Πισωπατάει…
Η Χ πλησιάζει στο σπίτι. Το φως δυναμώνει. Δεν το αντέχουν τα μάτια της. Πισωπατάει…

Ο Π διστάζει για λίγο. Όσο μένει στο σκοτάδι οι μορφές γλυκαίνουν. Γίνονται πιο οικείες. Χαίρεται…
Η Χ επιμένει. Ανοίγει λίγο-λίγο τα μάτια της. Συνηθίζουν οι κόρες των ματιών της. Χαίρεται….

Ο Π μένει στο σκοτάδι συνομιλεί με τις μορφές, με τις σκιές, με τους φόβους του. Το απολαμβάνει.
Η Χ μπαίνει στο σπίτι. Το επεξεργάζεται. Κάθεται, απολαμβάνει τις ανέσεις του.

Ο Π νιώθει να του λείπει το φως του.
Η Χ νιώθει να της λείπει το σκοτάδι της.

Ο Π πάει προς το φως.
Η Χ πάει προς το σκοτάδι.

Συναντιούνται. Κοντοστέκονται.

«Αυτή είναι πολύ όμορφη» σκέφτεται ο Π για τη Χ.
«Αυτός είναι πολύ γοητευτικός» σκέφτεται η Χ για τον Π.

Μένουν να κοιτιούνται για ώρα.

«Είναι τόσο διαφορετική από εμένα… Είναι τόσο διαφορετικός από εμένα….» παρατηρούν.

Πάνε να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο… Δειλιάζουν… Απομακρύνονται… Χωρίς να κοιτιούνται… Με τη σκέψη ο ένας στον άλλο…

Η Χ βρίσκεται μόνη της στο σκοτάδι. Αναπολεί την πορεία της προς το φως.
Ο Π βρίσκεται μόνος του στο φως. Αναπολεί την πορεία του μέσα στο σκοτάδι.

Η Χ θέλει να την ξαναζήσει. Τρέχει πίσω…
Ο Π θέλει να την ξαναζήσει. Τρέχει πίσω…

Συναντιούνται. Κοντοστέκονται. Σμίγουν. Αγκαλιάζονται. Φιλιούνται. Μιλάνε… διαφορετικές γλώσσες. Αλλά, συνεννοούνται… Κι αποφασίζουν…

Η Χαρά και ο Πόνος να ζήσουν μαζί… μια στο σκοτάδι… μια στο φως!


(αφιερωμένο σε όσους βάζουν μέσα στο σπίτι τους μόνο τον Πόνο και αφήνουν από έξω τη Χαρά,
αφιερωμένο σε όσους πιστεύουν ότι η Χαρά είναι φωτεινή και ο Πόνος σκοτεινός,
αφιερωμένο σε όσους νομίζουν ότι ο Πόνος και η Χαρά δεν
μπορούν να σμίξουν,
αφιερωμένο σε μένα … για να θυμάμαι…)

Εχτές το βράδυ διπλώθηκα στα δυο. Έγινα ένα κουβάρι. Από τον πόνο. Ήταν ένας πονοκέφαλος αβάσταχτος. Και όχι μόνο. Ήταν η θύμηση του πόνου. Του πόνου που με έφτασε κοντά –πολύ κοντά- στον θάνατο.
Και τώρα ο πόνος είναι συνυφασμένος με τον θάνατο. Λάθος. Όχι με τον θάνατο. Τον θάνατο μου δεν τον έζησα.
Τον πόνο, τον κάθε πόνο –δυστυχώς- τον έχω συνυφασμένο με την ανημποριά, με την ταλαιπώρια…
Και το πρωί ξύπνησα χωρίς πόνο. Αλλά μουδιασμένη από τον πόνο. Και μπήκα στο blog μιας αγαπημένης μου φίλης και διάβασα
«τώρα επαίτης μιας άλλης ζωής, της στιγμής λιποτάκτης»…
Και θύμωσα… με εκείνη… με εμένα…
Και βγήκα έξω στον ήλιο να περπατήσω…
Και όσο περπατούσα, μαλάκωνα…
Το ένιωθα… μαλάκωνε το πρόσωπό μου… χαμογελούσα.
Γύρισα σπίτι και συνέχισα την ιστορία του Π και της Χ.
Και τους έκανα Πόνο και Χαρά…
Γιατί θυμήθηκα ότι:

Ο πόνος μου με μαθαίνει να εκτιμώ τη χαρά μου.
Η χαρά μου με μαθαίνει
να σέβομαι τον πόνο μου.
Αυτά τα δύο σμίγουν, μπερδεύονται…
Με μαθαίνουν να Ζ Ω
την κάθε στιγμή της Ζ Ω Η Σ μου!
Στο Τ Ω Ρ Α μου!

Καλό σαββατοκύριακο, ομορφιές μου!

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

Φως στο σκοτάδι

Έγραψα, έσβησα, έγραψα, έσβησα...
Δυσκολεύτηκα να καταλήξω πως θα κάνω αρχή σε αυτό το blog,
το brighterdark...
Πως να φωτίσω το σκοτάδι;...
Άλλες λέξεις ήταν "λίγες", άλλες ήταν "πολλές"...
Αυτή τη στιγμή νιώθω καλά απλά για το ότι έκανα την αρχή...
Άνοιξα αυτό το "σπιτικό" μου...
Με την πολύτιμη βοήθεια του φίλου μου dazed n' confused...
Τα υπόλοιπα έπονται...
Μακρινούς περιπάτους να κάνουμε με ιστορίες φωτός...


ο Π και η Χ

Στο βαθύ σκοτάδι της νύχτας. Ένα σπίτι με όλα τα φώτα του αναμμένα. Με ερμητικά κλειστά παντζούρια. Καμία χαραμάδα.

Ο Π είναι μέσα στο σπίτι. Βλέπει μόνο φως. Στιγμές τυφλώνεται από αυτό.

H Χ είναι έξω. Βλέπει μόνο σκοτάδι. Δεν βλέπει το σπίτι.

Ο Π ανοίγει λίγο ένα παντζούρι. Βγαίνει λίγο φως έξω.

Η Χ βλέπει μια τρύπα στο σκοτάδι. Την βλέπει αλήθεια; Ή είναι στη φαντασία της;

Ο Π ανοίγει κι άλλο τα παντζούρια. Μπαίνει λίγη ψύχρα μέσα. Για λίγο. Μετά ξαναβρίσκει τη ζεστασιά του. Περισσότερο φως διαχέεται έξω.

Η Χ ενθαρρύνεται. Προσπαθεί να πλησιάσει το φως.

Ο Π ανοίγει και την πόρτα. Βγαίνει λίγο έξω μέχρι εκεί που φτάνει το φως του. Νιώθει ότι κάτι υπάρχει εκεί έξω στο σκοτάδι. Τον έλκει. Προβληματίζεται. Να μπει στο σκοτάδι; Να μείνει στο φως του;

Η Χ βλέπει ολοένα το φως να δυναμώνει. Τρέχει. Σκοντάφτει. Αποθαρρύνεται. Προβληματίζεται. Να συνεχίσει για να φτάσει στο φως; Να κουλουριαστεί ήρεμα στο σκοτάδι της;

συνεχίζεται….